Ερωτικες Ιστοριες

Rss     Subscribe     Share     Tweet    


0 Points

#61 [url]

Jul 18 06 9:58 PM

Ευχαριστω φιλτατε luke για τα καλα σου λογια.

Οι περιπετειες του Δαντη και της Τζενης ειναι αναριθμητες, απλα διαλεγω στη τυχη μερικες απο τη συλλογη τους και προσπαθω να τις μεταφερω οσο γινεται πιο πιστα.

Οπως ακριβως διαδραματιστικαν, προσθετοντας μονο τις σκεψεις και τα συναισθηματα που τους διακατειχαν εκεινες τις δεδομενες στιγμες.

Αυτο φυσικα δεν θα μπορουσε να γινει χωρις την απολυτη συμπαρασταση, συνεργασια και βοηθεια των δυο ηρωων.

Η επομενη ιστορια μαλλον θα βγει σε 2 συνεχειες, λογω πληθωρας υλης.

Καλη αναγνωση.

Quote    Reply   

#62 [url]

Aug 3 06 9:17 PM

Φιλοι αναγνωστες επειδη λογω φορτου εργασιας θα καθυστερησει λιγο ακομα η δημοσιευση του ΡΟΝΤΕΟ, ειπα να σας δωσω μια προσωπικη εμπειρια του Δαντη, που ελαβε χωρο 2-3 χρονια πριν την γνωριμια του με τη Τζενη.

Ελπιζω να σας αρεσει...!

Quote    Reply   

#63 [url]

Aug 3 06 9:30 PM

Rebecca

(απο τα Απομνημονευματα με τιτλο "Καλοκαιρινες Αναμνησεις" )



Η ιστορια ξεκιναει απο την Αγγλια, οταν οι γονεις της κοπελιας αποφασισαν να της κανουν δωρο για τα 18 της γεννεθλια ενα 10ημερο στην Ελλαδα.
Για καλο και για κακο σκεφτηκαν να στειλουν μαζι της και τον θαλαμοφυλακα - την μικροτερη αδερφη – ωστε να περιορισουν τις ‘ορεξεις’ τις μεγαλης για νυχτερινες κρεπαλες και σαλιαρισματα με τους ντοπιους.

Ελα ομως που λογαριαζαν χωρις τον ξενοδοχο! Και σην προκειμενη περιπτωση ξενοδοχος ηταν η μεγαλη, που ειχε κανονισει με τον κατα 2 χρονια μεγαλυτερο γκομενο να ερθει μαζι.

Τα λεφτα ομως δεν ξεχειλιζαν απο τα παντζακια τους, οποτε δεν ηταν δυνατον να βρουν τα οβολα να πληρωσουν 1 δικλινο κι 1 μονοκλινο, χωρις να το μαθουν οι γονεις. Γι αυτο απλα ζητησαν την τελευταια στιγμη ν’αλλαξουν το δικλινο σε τρικλινο.

Οπως καταλαβαινετε ομως ηταν δυσκολο το ζευγαρι να ‘τριψει το πιπερι’ και να εχουν και την μικρη εκει.

Οποτε καθε βραδυ την εβγαζαν εξω απο το δωματιο ωστε να βρουν την ευκαιρεια να προπονηθουν στο αρχαιοτερο αθλημα του κοσμου και μολις στραγγιζανε τα ‘ζουμια’ ειτε η αδερφη, ειτε ο τυπας κατεβαιναν να την μαζεψουν απο το σαλονι.

Ετσι λοιπον γνωρισα την Rebecca. Την ειδα να τριγυρνα ασκοπα στην υποδοχη αργα το βραδυ χωρις ναχει σκοπο να παει για υπνο.
Φοραγε ενα μαυρο μινι σορτσακι κι ενα κοκκινο φανελλακι. Η απαλη επιδερμιδα της ηταν ολολευκη, σε αντιθεση με τα μακρυα μαυρα μαλλια και τα ροδινα πανεμορφα χειλακια της. Το νεανικο στηθακι της οτι ειχε αρχισει να σχηματιζεται. Ηταν στητο, ανασηκωνενο και η μικρη ρωγα θα επρεπε να ηταν πολυ σκληρη, μιας και πασχιζε να διαπερασει το λεπτο υφασμα.

Την πλησιασα και πιασαμε την συζητηση εκει στα ορθια διπλα στο σταντ με τις καρτ-ποσταλ. Δεν περασε καν ενα τεταρτο κι ηρθε ο νεαρος να την μαζεψει. «Θα ερθω σε λιγο» του ειπε και του γυρισε την πλατη. Την πηγα μεχρι το μπαρ και ανοιξα 2 παγωμενες κολες. Κατσαμε στις αναπαυτικες και τοτε μου ειπε ολη την ιστορια. Θα γινοταν 16 σε 2 μηνες. Περασανε 2 ωρες με γελια και αλλα χαζα παιχνιδια, ανακαλυψεις της στιγμης.

Τελικα την πηγα μεχρι το δωματιο της. Καθως εκανα να φυγω με αρπαξε και μου εδωσε ενα φιλι, που γυρισαν τα ματια μου! Οχι που λενε οτι τα μικρα δεν εχουν πειρα, σκεφτομουν ενω πασχιζα να βρω τροπο ν’αναπνευσω. Επιασε τα χερια μου και τα εβαλε πανω στο σαγηνευτικο κωλορακι της. Ηταν μικρο, στρογγυλο και ανασηκωμενο. Το πιο καλοσχηματισμενο, σφιχτο κωλαρακι που ειχαν πιασει αυτα τα τοσο εμπειρα και κοσμογυρισμενα χερια μου!

Την εσπρωξα να παρω αναπνοη, μα ξαναγυρισε και το φιλι της εγινε πιο παθιαρικο. Η γλωσσα της νομιζα οτι θα εβγαινε απο τα ματια μου. Το φιλι αυτο μου θυμισε την Αναλιζα, την Ολλανδεζα με τον μαυρο Γαλλικο μπερε.
Μονο που το φιλι εκεινο το ειχε δεχθει αλλο μερος του σωματος και το αποτελεσμα ηταν 10 ωρες κωματοδους υπνου!

Αλλα για να επανερθουμε, την εσπρωξα πιο αποφασιστηκα την 2η φορα κι εφυγα βιαστικα. Οσο βιαστικα μου επετρεπε φυσικα το εξωγκομα που ειχα αποκτησει ξαφνικα αναμεσα στα ποδια μου.

Να μη τα πολυλογω, τα πραγματα απο το σημειο εκεινο και μετα εξεληχθηκαν πολυ γρηγορα και το επομενο βραδυ την ωρα που το ζευγαρι ειχε κλεισει να παει σε ενα «Ελληνικο Βραδυ» η μικρα με τραβηξε στο σωματιο της.

Γινοταν μεγαλη παλη μεσα μου. Απο την μια το νεαρο της ηλικιας, απο την αλλη η αναμνηση εκεινου του αξεχαστου φιλιου. Μολις μπηκαμε στο ασανσερ για τον 3ο ομως κι εχωσε το χερι μου κατω απο το μπλουζακι της και με αφησε να χουφτωσω αυτα τα νεανικα στηθη, οι οποιοι ενδοιασμοι μου εξατμηστικαν.

Σε χρονο μηδεν γδυθηκε σαν μπηκαμε στο δωματιο. Εμεινα εκει αποσβωλομενος να την κοιταω. Εγω ο τοσο ‘κουλ’ κι εμπειρος εραστης.
Ημουν στα 25 μου, ηδη χωρισμενος και με την μεγαλυτερη συλλογη γυναικων απ’ολο τον κοσμο, ηλικιες, χρωματα και γουστα. Ηταν ομως η πρωτη φορα που εβλεπα ενα τοσο οορφο, νεανικο πλασμα ολογυμνο μπροστα μου ετοιμο να μου δωθει ολοκληρωτικα και ανευ ορων.

Πεσαμε στο κρεββατι κι αρχισα να την φιλω απο τα δακτυλα των ποδιων προς τα πανω, παρακαμπτωντας εκεινη την στιγμη το χνουδοτο εφηβικο αιδοιο. Μετα την επιπεδη σφιχτη κοιλιτσα της, εφτασα στις ρωγες που χαζευα το περασμενο βραδυ.

Αφου καταφερα να απαγκιστρωθω γι αλλη μια φορα απο κεινο το φιλι της που εκανε τα μηνιγγια μου να χτυπανε και τα ποδια μου να τρεμουν, κατεβηκα αργα, βασανιστικα αργα, αναμεσα στα ποδια της.

«Αυτη ειναι η 1η μου φορα» την ακουσα να λεει και δεν πιστευα τα’φτια μου. «Δηλαδη εισαι... εισαι....» δεν τολμουσα να προφερω, «..παρθενα» συμπληρωσε. «Να σταματησω;» ρωτησα με την απογνωση ζωγραφισμενη στο προσωπο μου. «Μην εισαι χαζος» απαντησε. «πληρωσανε ενα σωρο για την Ελληνικη Βραδυα, να παει χαμενη; Μονο να με προσεξεις»

Δεν περιμενα να το ακουσω 2η φορα, επεσα με τα μουτρα στο φαγητο. Το μουνακι της μοσχοβολαγε. Οχι απο αρωματα και σαπουνια, μα απο την φρεσκαδα και τον ερωτικο χυμο που αναβλυζε.

Δεν ηταν δυσκολο να βρω την κλειτοριδα κι επιασα αμεσως δουλεια. Ο σκοπος μου ηταν να την καυλωσω τοσο πολυ, ωστε να μη νοιωσει το τσιμπιμα που θα την μεταμορφωνε με μιας απο κοριτσακι σε γυναικα.

Τα μικρα πνιχτα βογγητα της εμοιαζαν πιο πολυ με αρχη αναφυλητου παρα με ερωτικα αγκομαχητα. Αυτο με αναβε ακομα πιο πολυ! Δεν αργησε ομως να φτασει σε οργασμο, κι αυτο με αναγκασε να συνεχισω. Επρεπε να βρω εκεινη ακριβως την στιγμη, λιγο πριν την ολοκληρωση της. Λιγο πριν κρατησει την αναπνοη της για λιγο και να αφησει τον λυτρωτικο οργασμο να πλημμυρισει το υπεροχο κορμακι της.
Μα εχασα και τον 2ο ! Ηρθε πολυ πιο γρηγορα απ’οτι τον περιμενα... εκανα να σταματησω μα με παρακαλεσε να συνεχισω. Τα υγρα της ειχαν μια αφροδισιακη γευση που ειχε αρχισει να μου γινεται εξαρτηση. Την εφτιαξα για 3η φορα και κινηθηκα γρηγορα. Ο ‘Κοναν’ χωρις εξαρτησεις, χτυπησε την πορτα της εισοδου. «Αουου!» φωναξε. «μη, οχι, ποναει»
Ξενερωσε. Αντε παλι απο την αρχη. Ο Κοναν ειχε αρχισει να υποφερει τα μεγιστα στριμωγμενος αναμεσα σε 2 σκληροτριχωτες μπαλες και το ασπρο σεντονι, χωρις θεα θαλασσα!

Γιατι για θαλασσα επροκειτω! Το μουνακι της ηταν σαν την Λιμνοθαλασσα του Μεσολογγιου απο τους ερωτικους χυμους της. Αυτη η κλειτοριδα της παραηταν ευαισθητη! Δεν προλαβαινε να χυνει! Μας ειχαν τελειωσει ολες οι κιμωλιες!
Ρε γαμωτο, δεν μπορω να βλεπω τον βαρβαρο να υποφερει, σκεφτηκα κι εκανα αλλη μια αποπειρα να χτυπησω την καστροπορτα. Του κακου!
«Ποναω!» ακουστηκε η φωνη της πριγκιποπουλας απο την αλλη πλευρα.
Φτου! Παλι κατω εγω, παλι στην τρυπα στο στρωμα ο 'βαρβαρος' !

Της ανασηκωσα τα ποδια ακομα ψηλοτερα. Τα εσπρωξα δεξια-αριστερα σχηματιζοντας το συμβολο της Νικης κι ενω οι πατουσες της κοιταζαν το ταβανι το μουνακι της ηταν σαν να ειχε σερβιριστει στο πιατο.

Αυτη τη φορα ομως ισα που αγγιξα την κλειτοριδα της και προσπερνωντας της εχωσα την γλωσσα μου στην υγρη σχισμη της! «Ωημε!» αναφωναξα!
Αμεσως συνειδητοποιησα γιατι δεν προλαβαινα να την αγγιξω κι εβαζε αμεσως τις φωνες. Ο λεπτος υμενας ηταν πολυ πιο εξω απ’οσο θα περιμενα.
Τον ακολουθησα με την γλωσσα μου. Ειχε μια πολυ ελαφρια ελαστικοτητα και καθε φορα που τον ακουμπαγα την εκανα να αναπηδαει.

Αρχισα να γλυφω εναλλαξ μια την κλειτοριδα, μια τα τρυφερα χειλακια της. Αρχισε παλι να το απολαμβανει και ο επομενος οργασμος δεν αργησε να ερθει. Δεν σταματησα ομως ουτε στιγμη. Δεν την αφησα να παρει ανασα. Συνεχισα να την γλυφω και να την κραταω τεταμμενη. Το σωματακι της ειχε γινει σανιδα απο το τεντωμα.

Σπρωχνω ακομα μια φορα την γλωσσα μου στην υγρη σχισμη της, μονο που αυτη τη φορα την περασα κατω απο τον υμενα. Με μια γρηγορη ταχυδακτυλουργηκη κινηση, διπλωσα την γλωσσα μου οσο επερνε προς τα πανω και την τραβηξα αποτομα προς τα εξω, περνωντας μαζι κι την παρθενια της!

Ουτε που καταλαβε τι εγινε. Ο Κοναν ηταν ετοιμος και παραμονευε. Με μιας μπηκε απο την Κερκοπορτα και δηλωσε με περηφανια: «Αυτο το μουνακι, ειναι πλεον δικο μου»!
Ηταν ομως τοσο ζαλισμενος που δεν αργησε να αδειασει το φορτιο του οπου εβρισκε. Αλλα μεσα, αλλα εξω, αλλα στη κοιλια, στα στηθη παντου.

Ποτε ομως δεν εχασε μαχη, τι βαρβαρος θα ηταν αλλωστε! Ξανασηκωθηκε και ορμησε στη σπηλιτσα να βρει το θεριο που συνεχιζε να προκαλει εκεινους τους μικρους και μεγαλους ηδονικους σπασμους και ταλαιπωρουσαν εκεινο το τοσο τοσο ιδρωμενο, πανεμορφο, αφροδισιακο γυναικειο κορμι που σπαρταρουσε με αναστεναγμους που εμοιαζαν με αρχη αναφυλητου...

Την επομενη μερα η Rebecca μετακομοισε στο δωματιο μου. Τις 4 εναπομειναντες μερες δεν την ειδε ηλιος. Εβγαινε μονο για φαγητο και καμια συντομη βολτα να ερθουν τα ποδια της παλι στη θεση τους.

Εκεινες τις 4 μερες εμαθε οτι χρειαζοτανε να μαθει για την υπολοιπη ερωτικη ζωη της.

Εκεινο το φιλι της ακομα το θυμαμαι. Ασε πια που ακομα με πονανε τα σαγωνια μου.......!!

Quote    Reply   

#64 [url]

Aug 21 06 12:47 AM

Βλεπω μετ' ευχαριστισεως οτι το αναγνωστικο κοινο μεγαλωνει συνεχως, δειγμα οτι οι ερωτικες ιστοριες και εμπειριες του Δαντη και της Τζενης oasigr/love.gif , δεν περνουν απαρατηρητες!

Καθε αλλο μαλιστα!

Επειδη σας ειχα υποσχεθει τις εμπειριες του ΡΟΝΤΕΟ, ετοιμασα το πρωτο μερος το οποιο και θα δημοσιευθει αμεσως.

Οπως ειχα πει, επειδη ειναι μεγαλη σε χρονο και γεγονοτα η ιστορια αυτη θα δημοσιευθει σε 2, ισως και 3 συνεχειες, οποτε υπομονη!


Καλη αναγνωση λοιπον. oasigr/thumbsup.gif


(υ.γ. Τροφη καθε δημιουργου -εργου τεχνης, ιστοριας, επιστημονικης ανακαλυψης, κλπ- ειναι η γνωμη του κοινου, των κριτικων. Κι αν δεν θελετε για ευνοητους λογους να σχολιασετε στο τοπικ, υπαρχουν και τα ΠΜ. Προαιρετικα βεβαια..!)

Quote    Reply   

#65 [url]

Aug 21 06 12:50 AM

Ροντεο (Μερος 1ον )

Ο Πετρος ηταν ενας μικροεφοπλιστης. Τρια εμπορικα ειχε μονο ο καυμενος κι ενα γιωτ για ιδιωτικη χρηση, μα το ναυλωνε κι ολας οταν χρειαζοταν.
Τον Δαντη τον ειχε γνωρισει μεσω επαγγελμτικης συνεργασιας και μιας και ταιριαζανε πολυ οι χαρακτηρες τους η σχεση τους επεκταθηκε και εκτος ερασιας. Οταν γνωρισε και την Τζενη, τα ματια μου γεμισαν δακρυα. ‘Γιατι να μην την ειχε γνωρισει εκεινος πρωτος’, ειχε πει καποτε στον Δαντη, μπροστα στην Τζενη φυσικα.

Εκεινο τον καιρο η κορη του θα γιορταζε τα 18 της γεννεθλια. Ο Πετρος εφερε στον Δαντη την προσκληση για το επομενο Σαββατο στο Ροντεο. Η ντισκο ειχε κτιστει στη τοποθεσια που ηταν καποτε ενα τεραστιο Λουνα Παρκ, στην παραλλιακη οδο.

Δυο μερες ψαχνανε ο Δαντης και η Τζενη για το φορεμα που θα φορουσε το βραδυ εκεινο. Τελικα το βρηκε ο Δαντης σε μια μπουτικ και παρ’ολο που του ηρθε σχεδον λιποθυμια μολις ακουσε την τιμη, το αγορασε, δωρο στην σεξυ και παντα προκλητικη Τζενη.
Το φορεμα – γνωστου Ελληνικου Οικου – ηταν μαυρο με ασημενιες κλωστες που αντανακλουσαν το φως που επεφτε πανω τους. Η μινι φουστα εφτανε μεχρι σχεδον την μεση των μεταξενιων μηρων της Τζενης και ειχε δυο σκισιματα δεξια-αριστερα, ακριβως στο πλαι του μηρου, που ομως ηταν κρυβουντουσαν αναμεσα στις πολλες πτυχες της φουστας. Εφτανε ομως μια απλη πιρουετα ν’ανοιξει το φορεμα σα βενταλια γυρω απο την στενη μεσουλατης και να αποκαλυψει ετσι ολα τα αποκρυφα!
Φρεσκοξυρισμενο για την περιπτωση και με μονο μια λεπτη χνουδωτη γραμμη να δειχνει τον δρομο για την κλειτοριδα της και δυο ολοστρογγυλα κι ανασηκωμενα κωλομαγουλα που ταλαντευονταν λικνιστικα σε καθε βημα της.

Απο την νοητη γραμμη της ζωνης, ξεκινουσαν δυο ρομβοειδη κομματια υφασματος τα οποια ειχαν κατι σαν λαστιχακι στις πλευρες τους και τα οποια αφου αγγαλιαζαν το μικρο στητο στηθος της εδεναν με φιογκακι στο πισω μερος του λαιμου.
Ο αφαλος και ενα αρκετα μεγαλο τριγωνακι της σφριγηλης κοιλιτσα της, εκτεθειμενο στα λαγνα ματια του καθε αρσενικου, εκανε στην φαντασιωση καθενος να δουλευει υπερωρειες. Η πλατη επισης ηταν ελευθερη παντελως στη θεα και το βαθυ ντεκολτε εφτανε λιιιγο πιο πανω απο την αρχη του υπεροχου στρογγυλου κωλαρικου της που σε υπνωτιζε καθε φορα που περναγε απο μπροστα σου.
Φορεσε και ψιλοτακουνα, σχεδον στιλετος, μαυρα γοβακια της και το φινο αρωμα, Δωρο κι αυτο του Δαντη, τακτοποιησε τις μπουκλες του περμαναντ κι ηταν ετοιμη.
Δεν χρειαζοταν να φορεσει τιποτα αλλο. Αλλωστε η νυχτα ηταν ζεστη!

Το ταξι τους αφησε ακριβως στην εισοδο της ντισκο. Εδειξαν την προσκληση στον υπαλληλο και κεινος τους καθοδηγησε. Ο Πετρος ειχε κλεισει εκει αριστερα στο μαγαζι ενα σεπαρε αρκετα μεγαλο, μα που παλι δεν χωραγε ολους τους καλεσμενους. Στα τραπεζακια υπηρχαν ολων των ειδων οι λιχουδιες. Απο τυρομπουκιες, μεχρι χαβιαρι. Η ροζ σαμπανια σερβιρισμενη με κρεμ ντε κασις αφηνε μια υπεροχη γευση στο στομα.

Μολις τους ειδε σηκωθηκε αμεσως να τους καλοσωρησει και τα ματια του αστραψαν μολις ειδαν την Τζενη. Αφου πρωτα την αγγαλιασε απαλα και την φιλισε στο μαγουλο, την κρατησε απο το χερι και σα μια χορευτικη φιγουρα την εβαλε να κανει μια απλη πιρουετα. Τα ματια των παρισταμενων με το ζορι εμεινα στη θεση τους! Ιδιως εκεινων που ηταν εκεινη την ωρα καθιστοι, μια που το αποκαλυπτικο φορεματακι της, δεν αφησε τιποτα στην φαντασια τους!

Αμεσως ηρθαν οι σαμπανιες, οι χαιρετουρες και οι συστασεις και οι πιο τολμηροι αρσενικοι δεν εχασαν την ευκαιρεια να μισοχαϊδεψουν την φινα επιδερμιδα της παλτης της.
«Θελω να χορεψω» ειπε καποια στιγμη η Τζενη στον Δαντη, κι εκεινος την οδηγησε στην πιστα που ηταν μολις λιγα μετρα απο κει που καθοντουσαν.

Το κεντρο ειχε 3 πιστες και 3 (ισως και παραπανω) μπαρες. Στη παρεα του Πετρου ομως υπηρχε κι αποκλειστικος σερβιτορος. «Δωρο του αφεντικου» ειχε πει ο Πετρος. «Γνωριζομαστε απο παιδια»
Μερικα μετρα αριστερα του ‘σαλε’, αρχιζε η παραλλια και μετα φυσικα ηταν η θαλασσα. Λιγο πριν αρχισει η αμμουδια και στη μεση του μονοπατιου ηταν κατι σαν παλιο πηγαδι, σφραγισμενο βεβαια. Εκει η μουσικη γινοταν πιο υποφερτη και η αυρα της θαλασσας σε αναζωογονουσε.

Στην πιστα ο Δαντης δεν εχανε ευκαιρια να προκαλεσει αντρικα και γυναικεια βλεμματα με τις συχνες πιρουετες της Τζενης. Αλλωστε ειχε πληρωσει ενα σωρο λεφτα γι’αυτο το φορεμα, να μη το ευχαριστηθει κι ολας;

Καπου εκει ανεβηκε κι ο Πετρος στην πιστα. «Φαινεσαι κουρασμενος» ειπε γελαστα στον Δαντη. «Πηγαινε πιες κατι, και αναλαμβανω εγω να την χορεψω»
Μονο που ο Πετρος στον εγκεφαλο του δεν ακουγε ντισκο μουσικη, αλλα μπλουζ! Ηταν η καλλιτερη ευκαιρεια να ανιχνευσει καθε ιντσα απο την απαλη επιδερμιδα τηε πλατης της Τζενης και καπου-καπου ταχαμου, να του ξεφυγει το χερι και να πιασει και λιγο κωλο. Η Τζενη φυσικα δεν αντιδρουσε στο παιχνιδι αυτο του Πετρου. Ηξερε οτι ο Δαντης την παρακολουθουσε και αυτο την εκανε πιο προκλητικη και μονη της πλεον εκανε τις πιρουετες της ή κολλαγε πανω στον Πετρο, μεχρι που ενοιωθε το σηκωμενο καυλι του αναμεσα στα μουνοχειλα της. Και παλι τραβιοταν και επαιζε μαζι του οπως η γατα με το ποντικι.

Καλεσμενοι και θαμωνες του κεντρου εριχναν κλεφτες ματιες και περιμεναν μπας και δουν και περισσοτερα. Οταν επεστρψαν στο τραπεζι ολα πηραν παλι τον κανονικο ρυθμο τους. Η σαμπανια ξεχειλιζε τα ποτηρια, τα καναπεδακια ερχοντουσαν κατα κρατος και ο καυμενος ο σερβιτορος δεν προλαβαινε να πηγαινο-ερχεται. Καποια στιγμη εφερε κι ενα ειδικο τραπεζακι οπου εβαλε την τεραστια τουρτα, κι αφου η ‘μαντονα’ εσβυσε τα κερακια την εκοψε επι τοπου και σερβιρε τους καλεσμενους.

Μετα την τουρτα ο Δαντης πηρε την Τζενη για ενα περιπατο. Σταματησαν στο παλιο πηγαδι και αναψαν τσιγαρο. «εδω και ωρες εχω κατι καυλες που κανουν το καυλι ου να ποναει» ειπε ο Δαντης. «και γω ειμαι μουσκεμενη τελειως» του απαντησε, «ιδιως οταν χορευα με τον Πετρο και τον ενοιωθα καυλωμενο να τριβεται πανω μου»
«Σας ειδα, κι αυτο με φτιαξε ακομα πιο πολυ» ειπε ο Δαντης.

Πεταξε το τσιγαρο και την τραβηξε πανω του. Της εδωσε ενα απο αυτα τα φιλια που εκοβαν την ανασα της. Τα χερια του περασαν κατω απο το φινο υφασμα και εψαξαν για τις ρωγες της, που ηταν τοσο σκληρες, που εβγαζαν ματια! Παρεμερισε λιγο το φορεμα και πηρε τις ρωγες ενναλαξ αναμεσα στα χειλη του. Μια τις ρουφουσε, μια τις εκλεινε απαλα αναμεσα στα δοντια του, μια τις μαστιγωνε με την γλωσσα του.
Περασε το ενα χερι του απο το σχισιμο της φουστας και χουφτωσε τον υπεροχο κωλο της που θα εκανε πολλους αποψε να τον ονειρευτουν. Χωρις να σταματησει να την φιλαει εφερε το χερι του μπροστα και εχωσε το μεσαιο δακτυλο αναμεσα στα μουνοχειλα της. Τα υγρα της κυλισαν στην παλαμη του. Σιγα-σιγα εψαξε για την κλειτοριδα της που ηταν τοσο πρησμενη, ωστε εφτανε να μοιαζει με την ερεθισμενη ρωγα του στηθους της.

Την στριφογυρισε απαλα κι εφερε την γυμνη πλατη της στο στηθος της. Αρχισε να την φυλα στον λαιμο και στους ωμους, ομως δεν παρελειπε τις μικρες δαγκωματιες που εκαναν την σπονδυλικη της στηλη να ανατριχιαζει.
Ενω με το δεξι χερι στην κοιλια της την τραβαγε κοντα του, με το αριστερο κατεβασε το φερμουαρ. Ο «Κοναν» ξπεταχτηκε εξω με μιας ετοιμος για την σωμα-με-σωμα μαχη!
Ακουμπησε στο στηθαιο του πηγαδιου κι εφερε τον κωλο της ακομα πιο κοντα. Περασε το χερι του αναμεσα απο τα σκελη της κι εχωσε το μεσαιο δακτυλο στην μικρη λιμνοθαλασσα που ειχε για αιδοιο. Προσπαθησε να ριξει κει μεσα και τον ‘βαρβαρο’ μα ηταν κομματακι δυσκολο. Θα επρεπε η Τζενη να σκυψει ακομα λιγο κι αυτο δεν θα περναγε απαρατηρητο απο τους θαμωνες που εβγαιναν για λιγο αερα.
«Δεν κρατιεμαι» της ειπε. «ουτε τσιμπουκι δεν μπορουμε με τον κοσμο που μαζευτικε». «Κανε ο,τι νομιζεις» ηρθε η απαντηση.

Το προσωπο του αστραψε με μιας. Η Τζενη εδωσε την συγκαταθεση της. Χωρις να πει αλλο τιποτε, συνεχισε να την φιλα και να δαγκωνει τον υπεροχο μακρυ λαιμο της.
Το αριστερο χερι περασε πλεον μπροστα κατω απο το φορεμα και υνεχισε να τριβει την κλειτοριδα. Το δεξι που καλυπτοτανε καλλιτερα απο τις σκιες, πρωτα μαζευε τους ερωτικους χυμους της απο το σχεδον εφηβικο μουνακι της και μετα τα απλωνε αναμεσα στους πανεμορφους γλοτους της δινοντας περισσοτερο ενδιαφερον στην βελουδενια κωλοτρυπιδα της, οπου ξαφνικα και χωρις προειδοποιηση ορμησε να κατακτησει ο Κοναν.
Η παραβιαση της Κερκοπορτας ηταν γεγονος! Το μικρο πνιχτο βογγητο που βγηκε απο τα χειλη της Τζενης επιβαιβεωσε την ανευ ορων παραδοση του καστρου.
Αφου εμειναν ακινητοι για μερικα δευτερολεπτα, ωσπου δηλαδη να συνηθισει την παρουσια, αλλα και το μεγεθος του κατακτητη, αρχισαν να κινουνται στον ρυθμο της μουσικης. Η τουλαχιστον εκεινοι αυτο πιστευαν!
Οι παρισταμενοι ομως καπως αλλοιως θα μετεφραζαν τις παλλιδρομικες κινησεις τους, οι οποιες κρατησαν δεν κρατησαν κανενα 5λεπτο.

Καπου εκει ο Δαντης κρατησε με μεγαλο κοπο την επιθυμια να μπηξει τα δοντια του βαθεια στην βελουδινη σαρκα της γι να μην αφησει εκεινη την κραυγη που εμοιζε με του Λυκανθρωπου!
Η Τζενη συνεχιζε να πιεζει τον κωλο της πανω στον Δαντη, κανωντας το ευαισθητο πλεον καυλι του να πονα. Αφου σιγουρευτικε πως επεσε και η τελευταια σταγονα απο τα καυτα του χυσια, αρχισε σιγα-σιγα ν’ανασηλωνεται. ‘κλικ-κλικ’ ενοιωθε τον βαρβαρο να οπισθοχωρει, ωσπου τελικα γυρισε στην κρυψωνα του.

«Σ’ευχαριστω κουκλα μου, στο χρωσταω αυτο αποψε» της ειπε ο Δαντης. Η Τζενη χαμογελασε. Περασε καιρος απο τοτε οταν του ομολογησε πως εκεινο το βραδυ η βιαιοτητα του πρωκτικου ερωτα και οι δαγκωματιες στον λαιμο την ειχαν φερει σε οργασμο! Ομως, δεν ειπε τιποτε. Ηθελε να τον κανει να αισθανθει λιγακι ενοχος....

Τακτοποιησαν καπως τα ρουχα τους, αναψαν απο ενα τσιγαρο και πηγαν παλι στο τραπεζι.
«Βρε τα πουλακια μου!» ειπε ο Πετρος. «Δεν πιστευω να πηγατε να κυλιστητε στην αμμο; Για ελα δω Τζενη» ειπε κι εδειξε τα γονατα του, «κατσε δω και πες μου τα ολα»
Το τραπεζακι μπροστα ηταν γεματο με ποτα ολων των ειδων. Πηρε ενα στο χερι της και προχωρησε προς το μερος του χαμογελωντας.


Συνεχιζεται........



Quote    Reply   

#66 [url]

Oct 16 06 7:59 PM

Τελικα το Ροντεο εξελιχθηκε σε πολυ μεγαλυτερο απ'οτι αναμενοτανε, οποτε η ολοκληρωση του θα γινει σε δυο ακομα δοσεις!

Το 2ο μερος (Πετρος) θα πεσει σημερα το βραδυ αργουτσικα, ενω το 3ο (ταξι) και τελευταιο ηδη ετοιμαζεται και δεν θα αργησει να καταχωρηθει.

Λιγη υπομονη ακομα!

Quote    Reply   

#67 [url]

Oct 20 06 2:31 AM

Ροντεο (Μερος 3ο και τελευταιο) – Το ΤΑΞΙ


Λιγα λεπτα αργοτερα καληνυχτισαν την παρεα κι πηγαν προς τη εξοδο. Ο Πετρος προσφερθηκε να τους στειλει σπιτι με τον οδηγο του, αλλα αρνηθηκαν ευγενικα.

Στη πιατσα τα ταξι ειχαν κανει ουρα. Η ωρα, περασμενες τρεις. Προχωρησαν παραλληλα με τααραδιασμενα ταξι και σταματησαν στο 4ο. Ηταν ενα Βολβο κι ο οδηγος ενας συμπαθητικος νεαρος γυρω στα 30.
«Παμε .....» εδωσε την διευθυνση ο Δαντης. «Εχουν σειρα...» προσπαθησε να πει ο οδηγος αλλα ο Δαντης συνεχισε σαν να μην ακουσε: «και θαχεις ενα γενναιο πουρμπουαρ, αν δεν θα σε πειραζε να πηδηξω την φιλεναδα μου στο πισω καθισμα».
Ο οδηγος ταχασε. Ο Δαντης παραμερισε λιγο να τον αφησει να δει καλλιτερα την Τζενη που περιμενε πισω του.
«Αυτο το παιδι θες να το πηδηξεις στο αμαξι μου;» ρωτησε. «καλα αν δεν γινετε..»
«Μπητε μεσα γρηγορα, κι η κουρσα δικια μου. Πουσε Βαγγελη να δεις τι γινετε!» αναφωνησε ο ταξιτζης. Μπηκαν λοιπον μεσα και πριν καν φτασει στο πρωτο φαναρει ο Δαντης ειχε ηδη λυσει το φιογκακι που βασταγε το φορεμα στη θεση του και αφου το εβγαλε τελειως το αφησε διπλα στα πισω ηχεια.
«Σας πειραζει ν’αναψω ενα φωτακι στην καμπινα να βλεπω καλλιτερα;» ρωτησε ο ταριφας. «Οχι, απλα να προσεχεις. Και πουσε.. δεν βιαζομαστε» ειπε ο Δαντης.

Ο Δαντης δεν ειχε κατα νου να ικανοποιηση και την Τζενη αυτη τη φορα. Αλλωστε μολις πριν λιγο ειχε εναν ανεπαναλληπτο οργασμο, και μαλιστα κατω απο τι συνθηκες! Την καυλα του ηθελε να ικανοποιησει που τον βασανιζε εδω και ωρα.
Γι αυτο μολις την εγδυσε επεσε με τα μουτρα στο φαϊ. Το χερι του χωθηκε βιαστικα και ανυπομονα αναμεσα στα σκελη της ενω η γλωσσα του στριφογυριζε στο στομα της με τετοιο παθος που της κοπηκε η αναπνοη.
Η Τζενη τον εσπρωξε απαλα προς τα κατω. Σταμαμτησε στα μικρα ολοστητα βυζακια της και βαλθηκε να της πιπιλιζει τις ρωγες που ηταν τοσο σκληρες οσο το καυλι του κλεισμενο μεσα στο παντελονι του. Η Τζενη εσπρωξε το κεφαλι του ακομα λιγο. Κατεβηκε στην επιπδεδη κοιλιτσα της κι απο κει το κεφαλι του χωθηκε αναμεσα στα μπουτια της. Ετσι ομως οπως καθοτανε, δεν θα γινοταν δουλεια. Η Τζενη το καταλαβε και ξαπλωσε στο καθισμα. Το κεφαλι της ηταν πισω απο το καθισμα τοπυ οδηγου, το ενα ποδι στο πατωμα και το αλλο στην πλατη του καθισματος.
Μεσα στο αυτοκινητο επικρατουσε ησυχια και μονο ο θορυβος της ντιζελ του βολβου εκοβε τη σιωπη. Το φωτακι πανω απο την πισω πορτα του αριχνε ενα αμυδρο φωτισμο στην καμπινα, που ομως φωτιζοταν κατα διαστηματα απο τους φανους του δρομου.
Ο Δαντης εχωσε τα χερια του κατω απο το σφριγηλο κωλαρακι της και την ανασηκωσε λιγο για να μπορεσει να την γλυψει καλλιτερα. Η γλωσσα του βρηκε αμεσως την κλειτοριδα κι αφου επαιξε για λιγο μαζι της, ξεχυθηκε στον κολπο της. Το μουνακι της ηταν ζεστο και ακομα υγρο απο το σεξ που ειχε μολις μιση ωρα νωριτερα. Τα χερια του εσφιξαν τα δυο κωλομαγουλα ακομα περισσοτερο, Ηξερε οτι της αρεσε. Τωρα στο βουητο της μηχανης προστεθηκαν και τα βογγητα της Τζενης. Δεν υπηρχε λογος πλεον να κρατησει τα προσχηματα!

Ο Δαντης την εγλυψε λιγο ακομα και μετα γυρισε κι εκατσε στη θεση. Ελυσε με μιας τη ζωνη κι αφησε το παντελονι να πεσει στους αστραγαλους. Ο Κοναν παρουσιαστικε με μιας, κατακοκκινισμενος, στητος με το μοναδικο του ματι να ατενιζει την οροφη του Βολβου. Περιμενε καρτερικα ετοιμος να κανει το καθηκον του. Η Τζενη ανασηκωθηκε και γονατισε πανω στον Δαντη με τα γονατα της να πιεζουν τους γοφους του. Γυρισε το χερι της πισω απο την πλατη της και χουφτωσε τον Κοναν. Το χαϊδεψε κανα δυο φορες πριν τον ισιωσει. Σιγα-σιγα τον αφησε να βυθιστει στα βαθη της ερωτικης της φωλιας. Εγυρε μπροστα κι ο Δαντης πηρε στο στομα του τα βυζακια της. Εγλυφε και τα δαγκωνε μια το ενα και μια το αλλο την ωρα που η Τζενη αρχισε να ανεβοκατεβαινει εχοντας τον Κοναν αιχμαλωτισμενο μεσα στην υγρη σχισμη της. Τα βογγητα της αργα, ρυθμικα καθε φορα που οι γλουτοι της κατεβαιναν και εχωναν το Κοναν βαθυτερα μεσα της, αρχισαν να γινονται δυνατοτερα.
Ο ταριφας δεν αντεχε αλλο. Αναψε το κεντρικο φως για να βλεπει καλλιτερα, ετσι ομως εβλεπαν κι ολα τα διερχομενα αυτοκινητα και λιγοστοι αγουροξυπνημενοι πεζοι που βρισκονταν εκεινη την ωρα στον δρομο. Οχι βεβαια οτι μπορουσαν να δουν και παρα πολλα, παρ’ολη την μικρη ταχυτητα του ταξι. Στα φαναρια ομως.. εκει ηταν σιγουρο οτι δεν χρειαζοταν και πολλη φαντασια να καταλαβουν τι παιζοταν στο πισω καθισμα του ταξι.

Ο Δαντης βασταγε τα κωλομερια της τοσο σφιχτα που τα κοντοκομενα νυχια του ειχαν μπηχτει βαθεια στην σαρκα της. Οι παφλασμοι καθε φορα που τα κωλομερια της χτυπαγαν ανελεητα τα πρησμενα απο την καυλα και σπερμα ουμπαλα του Δαντη εγιναν πιο αισθητα. Ηταν ετοιμος να τελειωσει μεσα της, πταν η Τζενη ανασηκωθηκε αφηνωντας τον Κοναν μονο κι ερημο. Οχι για πολυ ομως. Γυρισε πλατη στον Δαντη και με τα ποδια στο πατωμα κρατηθηκε απο τα δυο μπροστινα καθισματα, τουρλονωντας τον πισινω της στον Δαντη. Ο Κοναν ξαναμπηκε με μιας στην ερωτικη φωλια της και συνεχισε το εργο του με μεγαλυτερη δυναμη και ταχυτητα. Τα βυζακια της Τζενης στριμωγμενα αναμεσα στα δυο καθισματα, μιση αναπνοη απο τον οδηγο αναπηδουσαν σε καθε της κινηση. Εκεινος διστακτικα απλωσε το χερι του και ακουμπισε τις ρωγες της με την αναποδη της παλαμης του. Αφου ειδε οτι η Τζενη δεν αντεδρασε καθολου, επισε την μια ρωγα αναμεσα στα δακτυλα του και την εσφιξε απαλα. Η Τζενη του χαμογελασε κι αυτο του εδωσε θαρρος. Γυρισε τη παλαμη οσο επαιρνε και χουφτωσε το ενα βυζακι κι ετριψε την ρωγα λιγο πιο δυνατα αυτη την φορα. Ο Δαντης επιασε την κινηση μεσα απο τον καθρεπτη κι αυτο τον αναψε ακομα περισσοτερο.

Αρχισε να σπρωχνει τους γλοτους του προς τα πανω καθε φορα που κατεβαινε η Τζενη κι ο ηχοε ηταν σαν να χαστουκιζες καποιον οσο πιο δυνατα μπορουσες. Καπου εκει εφτασε ο οργασμος της Τζενης. Με τα ματια κλειστα, τα βυζια της στα χερια του τυχερου ταξιτζη και τον Δαντη να την εμβολιζει με τον αιμοχαρη Κοναν, αφησε την κραυγη ομοια με σειρηνα περιπολικου. Μια κραυγη διαρκειας που εσβυνε σιγα-σιγα. Ο Δαντης δευτερολεπτα μετα την προειδοποιησε: «Χυνω γλυκεια μου. Θα σου τα δωσω ολα, μονο για σενα» «Οχι ακομα» του φωναξε κι απαγκιστρωθηκε απο το χερι του ταξιτζη. Γονατισε στο πατωμα διπλα του και πηρε τον Κοναν στα χερια της. «τωρα δωστα μου» ειπε στον Δαντη κι εχωσε τον Κοναν βαθεια μεσα στο στομα της.

Ειχαν φτασει πια στη Πανεπηστιμιουπολη. Το ταξι σταματησε στην ακρη του δρομου μιας κι ο ταριφας δεν ηθελε να χασει τιποτα απο την τελευταια πραξη. Ο Δαντης αρχισε να χυνει. Να χυνει ασταματητα μεσα στο φιλοξενο στομα της Τζενης κι εκεινη να τα καταπινει λαιμαργα. Εκθαμβος ο ταξιτζης δεν πιστευε στα ματια του. «Πουσε Βαγγελη..» κραυγασε με φανερη ικανοποιηση απο το θεαμα που απολαμβανε.

Η Τζακη ρουφηξε μεχρι και την τελευταια σταγονα απο τα χυσια του Δαντη πριν γυρισει στο καθισμα της και ψαξει για το φορεμα της. Θα φτανανε οπου ναναι και επρεπε τουλαχιστον να ντυθει. Το ιδιο εκανε κι ο Δαντης κια ισα που προλαβαν να αναψουν τσιγαρο πρι τους σταματησει το ταξι μπροστα στη πορτα της πολυκατοικιας.
«Αν και τοχω κοψει εδω κι ενα χρονο, θαθελα κι εγω ενα» ειπε στον Δαντη. Του προσφερε τσιγαρο κι ανοιξε την πορτα να κατεβει η Τζενη. Εκανε να βγαλει λεφτα, αλλα ο ταξιτζης ηταν ανενδοτος.
«Φιλε μετα απο αυτο το κλεινω και παω σπιτι» του ειπε. «Με φτιαξατε τοσο σημερα, που δεν προκειται ποτε να το ξεχασω. Και να το λεω στα παιδια στην πιατσα, δεν προκειται να με πιστεψουν». «Εστω ενα πουρμπουαρ» ειπε ο Δαντης. «Θα προτιμουσα αντι για λεφτα, να επιανα για μα στιγμη τον κωλο της μικρης» απαντησε γελωντας. «Κι αυτο γινετε. Τζενη ελα εδω» φωναξε ενω ταυτοχρονα ανοιγε την πορτ του οδηγου. Την εσπρωξε προς το μερος του κι αυτος χωρις καθυστερηση μπας κι αλλαξει γνωμη εχωσε και τα δυο του χερια κατω απο το φορεμα και εσιξε απαλα τα ομορφα κωλομερια της, ακουμπωντας το κεφαλι του στην κοιλια της.

Αφησαν το ταξι να απομακρυνθει πριν περπατησουν μεχρι το επομενο τετραγωνο που ηταν το διαμερισμα τους.
«Αυτη η βραδυα θα μας μεινει αξεχαστη» ειπε ο Δαντης κι η Τζενη συγκατεθεσε κουνοντας απλα το κεφαλι. Δεν ειχε δυναμη ουτε να μιλησει.

Quote    Reply   

#71 [url]

Oct 31 06 3:18 AM

--------------------------------------------------------------------------------
Ο Δαντης, η Μαιρη και... Μερος 1ο


Η Μαιρη – 35αρα και γυναικαρα – παντρεμενη με τον Νεκταριο και μαμα 2 αγοριων, ηταν σφοδρα ερωτευμενη. Οχι ομως με τον Νεκταριο! Οχι-οχι.
Ο Νεκταριος ενας φαλοκρατης μιας αλλης εποχης, συστηματικα την παραμελουσε. Την ειχε μονο για την κουζινα, τα ψωνια, το μεγαλωμα των παιδιων και καπου-καπου να της ριχνει κι ενα, να φευγουν τα χοντραδια.

Η Μαιρη ηταν ερωτευμενη με τον Αριστειδη. Τον κολλητο και παιδικο φιλο τιυ Νεκταριου. Οχι δηλαδη οτι ο Αριστειδης ηταν λιγοτερο φαλλοκρατης, αλλα τουλαχιστον ηταν πιο αρρενωπος. Ο Αριστειδης τωρα, ηταν ξαδερφος του Δαντη.

Ο Δαντης ηταν ακριβως το αντιθετο απο τους δυο αντρες. Τις αγαπουσε τις γυναικες. Τους ειχε αδυναμια, και αυτο δεν ειχε να κανει μονο με το σεξ, ή με το ποσο ομορφες ειναι. Αυτο το ειχε καταλαβει η Μαιρη γι αυτο σε καποιο οικογενειακο συμμαζωμα ξεμοναχιασε τον Δαντη κι αρχισε να του λεει τα παραπονα για τον μεν και για την καψα για τον δε. Μονο που ο Αριστειδης της το ειχε ξεκοψει, οτι ποτε δεν θα εμπαινε αναμεσα σ’ αυτη και στον Νεκταριο. Κι αυτο την ποναγε περισσοτερο.

Απο κεινη την μερα ο Δαντης εγινε ο εξομολογητης της. Για βδομαδες, μηνες τον επαιρνε τηλεφωνο και τουλεγε τον πονο της. Για τη μεταχειρηση απο τον αντρα της που την ειχε σαν δουλα, για τον χωρις ελπιδα ερωτα της, ακομα και για παιδια, την πεθερα και την Κουλα την μπακαλισα και μεγαλυτερη κουτσομπολα της γειτονιας.

Εκεινο το βραδυ ο Δαντης μολις ειχε μπει στο διαμερισμα, αφου καταφρε να ‘δραπετευση’ απο τον 3ο οροφο μιας αλλης πολυκατοικιας, πριν πλακωσει ο πυροσβεστης. Εμενε μονος του στο 4αρι απο τοτε που κλωτσησε την γυναικα του χανοντας ετσι και την καθημερινη επαφη με τον γιο του. Ισως ομως καλλιτερα ετσι παρα να αφησει το παιδι ορφανο. Μεχρι στα προθυρα του φονου, τον ειχε φτασει η κακουργα. Απο τοτε δεν ειχε κανει κανενα μονιμο δεσμο, και οι μονες γυναικες που εκαναν ερωτα μαζι του ηταν παντρεμενες. Σιγουρα πραγματα. Ουτε μπλεξιματα, ουτε τιποτα.

Εκανε ενα ντουζακι κι ετοιμαζοταν να πεσει για υπνο, οταν χτυπησε το τηλεφωνο. Κοιταξε το εκρεμμες στον τοιχο. 1:05 το πρωι. Ποιος που... νατανε τετοια ωρα.
«Εμπρος»
«Δαντη, γεια σου, σ’ επερνα και νωριτερα αλλα ελλειπες» ειπε η Μαιρη με μια μισοκλαψαρικη φωνη και καπως τρεμμαμενη.
«Τι συμβαινει; Εισαι καλα; Κλαις; Σε πειραξε κανεις;» ηθελε να μαθει
«Θελω να σε δω οπωσδηποτε» αποκριθηκε η Μαιρη, χωρις ν’απαντησει σε καμμια απο τις ερωτησεις του.
«Τι συμβαινει; Που εισαι; Σπιτι;»
«Οχι. Ειμαι σε μιας φιλης μου. Ειναι αναγκη να σε δω αποψε. Γραψε την διευθυνση».
Τον ηξερε καλα αυτον τον δρομο. Σε καποια ησυχη περιοχη της Κηφισιας, χωμενος μεσα στα πευκα. Εκει παρακατω υπηρχε κι ενα ξενοδοχειο που νοικιαζε δωματια με την ωρα. Ολες τις παντρεμενες εκει τις συναντουσε. Διακριτικο, απομονομενο και καθαρο. Τωρα τελευταια η ιδιοκτητρια του εκανε κι εκπτωση. Τακτικος πελατης βλεπεις!

«Θα ειμαι κει σε 20’» της ειπε κι εκλεισε το τηλεφωνο. Τρια λεπτα αργοτερα ηταν στον δρομο. Κοιταξε με λατρεια το 750cc GSX Suzuki, αλλα τελικα αποφασισε να παρει το Alfa Romeo. Η νυχτα ηταν ψυχρη και μολις ειχε κανει ντουζ. Η ‘Ευα’ βρυχηθηκε ρυθμικα μολις γυρισε το κλειδι και ξεχειθηκε στους νυχτερινους δρομους της Αθηνας σαν ασπρος σιφουνας.
20’ αργοτερα παρκαριζε εξω απο την νεοχτιστη πολυτελη πολυκατοικια.

«Θαναι γερη κονομα η γκομενα» σκεφτηκε ο Δαντης καθως χτυπαγε το θυροτηλεφωνο. Το διαμερισμα ηταν στον 5ο οροφο. «δεν προκειται να την γλυτωσω απο δω. Πολυ ψηλα για να πηδηξω» σκεφτηκε και χαμογελασε στον εαυτο του.

Την πορτα του διαμερισματος την ανοιξε η Μαιρη τυλιγμενη σε μια χνουδοτη αντρικη ρομπα. Τον τραβηξε απο το χερι βιαστικα μεσα κι αμεσως κoλλησε τα χειλη της στο στομα του.
Ο Δαντης ξαφνιαστικε, αλλα ανταπεδωσε το φιλι. Η στρεσαρισμενη γυναικα αντιδρα με ποικιλους τροπους. Το ηξερε αυτο.
Αφου την αφησε να στριφογυρισει την γλωσσα της στο στομα του μερικες φορες την εσπρωξε απαλα για να παρει ανασα και γυρισε να ριξει μια ματια στο δωματιο.
Αυτο που περιμενε να δει ηταν ενα πατωμα γεματο χρησιμοποιημενα χαρτομαντηλα, κανα μπουκαλι κρασι, τσερυ η μπραντυ και κανα δυο ποτηρια.
Ομως αυτο που ειδε δεν ειχε καμμια σχεση με αυτο που φανταζοταν. Το δωματιο φωτιζοταν αποκλειστικα απο καμμια 50αρια κερια διαφορων χρωματων και σχηματων. Το τεραστιο σαλονι ηταν ομορφα και ακριβα επιπλωμενο με μια τεραστια τζαμαρια στην απεναντη πλευρα. Μια απαλη μουσικη δωματιου ερχοταν απο τo Β&Ο και στο τραπεζακι μπροστα στον τεραστιο καναπε ηταν ενα σχεδον γεματο Τσιβας, 3 ποτηρια γεματα και ενα μπωλ με παγακια. Διπλα ομως σ’αυτα ηταν και κατι αλλο. Ηταν 3 διαφορετικοι σε χρωμα, μεγεθος και υφη δονητες! Μολις τοτε προσεξε οτι στην τν επαιζε καποια τσοντα και μαλιστα σκληρη.

Γυρισε να ρωτησει τη Μαιρη τι στο δια..... ετρεχε εκει μεσα, μα την ειδε να λυνει την ζωνη της ρομπας και να την αφηνει να γλυστρισει απο τους ωμους της. Απο κατω φορουσε ενα μαυρο δαντελωτο ντεκλιζε και ενα πολυ φινο κυλοτακι κι αυτο δαντελωτο.
Τα ζουμερα βυζια της πεταγωνταν σα να ηθελαν να δραπετευσουν απο το ντεκλιζε με τις ρωγες της ηδη να εχουν περασει αναμες απο τη δαντελα.
Τα ποδια της μακρυα και καλιγραμμα με κεινη την μελενια επιδερμιδα να γυαλιζει στο φως των κεριων. Με το 1.80 και κατι ηταν σαν ειχε βγει απο φιγουρινη μοδας.
Το στομα του παρεμεινε ανοιχτο ανικανος να αρθρωσει λεξη. Οχι ομως για πολυ γιατι η Μαιρη το σφαγισε παλι με ενα απο κεινα τα ατελιωτα αισθησιακα φιλια της. Τα χερια του ηταν κρεμασμενα στα πλευρα του μη πιστευοντας ακομα αυτο που συνεβαινε. Του τα πηρε και τα αποθεσε στον κωλο της. Τα κρατησε εκει για μια στιγμη, ενω σκεφτοταν την επομενη κινηση του. Ξαφνικα ενα χερι τον ακουμπησε στον ωμο. Ανασκιρτησε.

............

Συνεχιζεται

Quote    Reply   

#73 [url]

Oct 31 06 11:34 PM

Ο Δαντης, η Μαιρη και... Μερος 2ο


Γυριζοντας σκεφτοταν τι δικαιολογια θα ελεγε στον Νεκταριο. Ομως....
Μπροστα του στεκοταν το ουρι του Παραδεισου που μολις ειχε κατεβει στη γη. «τελικα υπαρχουν Αγγελοι» σκεφτηκε. Το ‘ουρι’ ηταν ξανθο με μακρυα ισια μαλλια, γυρω στο 1.70. Ειχε καταλευκο δερμα, με ομορφα στητα βυζακια και λεπτα πανεμορφα ποδια. Τα ματια της γυαλιζαν στο μισοσκοταδο σαν δυο λιμνουλες ζωοδοχο νερο και τα σαρκωδη χειλη της κολαζαν αγιο. Φοραγε ενα μεταξενιο κατασπρο μπειμπι ντολ που αφηνε πολυ λιγα στην φαντασια σου.
Τον τραβηξε κοντα της και κολλησε τα χειλη της στα δικα του. «Να σου γνωρισω την Εμιλη» ακουσε την Μαιρη να λεει, μα ειχε ηδη χαθει σε ενα παρεξενο κοσμο του ονειρου. Το φιλι της ηταν απαλο, το αντιθετο ακριβως της Μαιρης και η γλωσσα της στριφογυριζε αργα, νωχελικα στο στομα του, εξερευνοντας καθε χιλιοστο. Τα χερια της τον αγαλιασαν τοσο απαλα σαν να επιανε καποια πολυτιμη πορσελανη και προσεχε να μη σπασει.

Τον σπρωξανε απαλα προς τον καναπε με τα απειρα μαξιλαρακια και τα πολυχρωμα μεταξωτα υφασματα που τον δακοσμουσαν.
Η Μαιρη εκατσε διπλα του και η Εμιλη γονατισε μπροστα του. Πηγε κατι να πει μα η Μαιρη τον προλαβε. «Μη ρωτας» του ειπε. «Εισαι εδω γιατι σε θελουμε. Σε χρειαζομαστε» και μ’αυτο αρχισε παλι να τον φιλαει μια στα χειλη, μια στον λαιμο ενω ειχε αρχισει να ξεκουμπωνει αργα-αργα τα κουμπια του πουκαμισου του.
Η Εμιλη του ειχε ηδη βγαλει τα παπουτσια και τις καλτσες και λυνωντας την ζωνη τραβηξε το παντελονι μεχρι που το εβγαλε τελειως και το πεταξε στο πατωμα.
Ο Κοναν δεν ελεγε να ξυπνησει, σοκαρισμενος ακομα απο ολα τουτα τα απροσδοκητα που συνεβαιναν. Τα χερια του Δαντη ανιχνευαν το κορμι της Μαιρης αρχιζοντας απο τα τροφαντα βυζια της με τις τεραστιες και σκληρες ρωγες της. Η Εμιλη του εβγαλε τελικα και το σλιπακι και τωρα μονο το πουκαμισο κρεμμοταν ανοιχτο στους ωμους του.
«Αν τον παρει στο στομα της, πιθανων να τον ξυπνηση» σκεφτηκε ο Δαντης που πρωτη φορα ειχε αμφιβολιες για τον ανδρισμο του.

Η Μαιρη ανεβηκε στον καναπε και αφου εβγαλε το κυλοτακι της, περασε τα ποδια της δεξια-αριστερα του Δαντη. Εβγαλε και το ντεκλιζε και εφερε το μουνι της στο προσωπο του. «Γλυψε με» τον διεταξε. Απλωσε τα χερια την κρατησε απο τα σφιχτα κωλομαγουλα και την τραβηξε προς το μερος του.
Εν τω μεταξυ η Εμιλη παραμερισε τον Κοναν και βαλθηκε να φιλαει και να γλυφει τα αρχιδια του, που αρχισαν σιγα-σιγα να σκληραινουν. Περασε την γλωσσα της στη βαση τους και αρχισε να διεγειρει μια περιοχη που μεχρι εκεινη την στιγμη ηταν αγνωστη στον Δαντη. Ενοιωσε ομως τον Κοναν να ξυπναει απο τον ληθαργο κι αυτο ηταν καλο σημαδι.

Με την αυτοπεποιθηση του αποκαταστημενη, αρχισε να γλυφει το μουνι της Μαιρης. Ηταν ζεστο, ηταν υγρο. «μαλλον που αυτοι οι δονητες τελικα βοηθησαν στα προκαταρκτηκα» σκεφτηκε και βαλθηκε ν’ αποδειξει οτι ακομα κι η γλωσσα του, ηταν καλλιτερα απο δ’αυτα.
Η Μαιρη αρχισε ηδη να βογγα απο ικανοποιηση. Ηταν ηδη φτιαγμενη φαινεται και το παραμικρο θα την εφερνε σε οργασμο και μαλιστα πολυ γρηγορα. Τραβηξε τα κωλομερια της ακομα πιο κοντα στο προσωπο του, τοσο που με δυσκολια μπορουσε να αναπνευση. Ομως οι κραυγες της τον εφτιαχναν τοσο που λιγο τον ενοιαζε. Η Μαιρη του εσπρωξε ακομα λιγο το κφαλι που τωρα ειχε σχεδον χωθει στην μαλακη πλατη του καναπε κι εξειχε μονο οσο χρειαζοταν να συνεχισει το ξωφρενο γλυψιμο.

Η Εμιλη ειχε παρει τελικα τον Κοναν στο στομα της και τον ρουφαγε με βουλημια. Η Μαιρη με το ενα χερι κραταγε τον τοιχο για ισορροποια και με το αλλο ετριβε τις ρωγες της. Τα υγρα της κατεβαιναν σαν χειμαρος στο στομα του Δαντη που καταπινε με δυσκολια ετσι τεντωμενος που ηταν ο λαιμος του.
Ξαφνικα στα βογγητα της Μαιρης προστεθηκε ενας ακομα θορυβος. Ζζζζζζζζζζζζ...! Η Εμιλη μαλλον θα ειχε χωσει καποιον απο τους δονητες στο μουνακι της, τσιμπουκονωντας ταυτοχρονα τον Δαντη.
Η Μαιρη με ενα μουγκρητο ικανοποιησεως εφτασε πρωτη στον οργασμο, μα δεν ξεκολαγε το μουνι της απο το στομα του Δαντη. Ο Δαντης την ακολουθησε χυνωντας στο στομα της Εμιλης. Κοντευε να σκασει χωμενος μεσα στα μαξιλαρια και κατω απο το μουνι της Μαιρης, γι’ αυτο την εσπρωξε απο πανω του.
Η Εμιλη αφησε το καυλι του Δαντη να σταζει στην φλοκατη κι επεσε πισω.
Στηριζοταν ακομα στα ποδια της. Οι γαμπες με τα μπουτια της σχηματιζαν σχεδον ορθη γωνια. Στηριζοταν στο ενα χερι πισω απο την πλατη, ενω με το αλλο κραταγε τον δονητη στο μουνι της. Η μουσικη ειχε πια σταματησει και το μονο που ακουγες ηταν το ζζζ του δονητη. Η Μαιρη γονατισε πισω της και στηριξε το κεφαλι και τους ωμους της Εμιλης στα μπουτια της.
Δεν εβγαινε σχεδον κανενας ηχος απο τα υπεροχα χειλη της. Μονο η ανασα της ακουγοταν βαρεια, λαχανιασμενη.
Ο Δαντης γονατισε μπροστα στα ανοιγμενα ποδια της. Παραμερισε το χερι της και κρατησε εκεινος τον δονητη, μα ταυτοχρονα αρχισε να γλυφει και την κλειτοριδα της. Το ξανθο χνουδι ηταν τοσο απαλο που σχεδον περναγε απαρατηρητο. Επαιζε με τον δονητη. Μια τον εχωνε μεσα, μια τον τραβαγε, μια τον στριφογυριζε. Η γλωσσα μαστιγωνε την κλειτοριδα αλλυπητα.
Ετσι ξαφνικα το σωμα της κατερευσε. Ουτε που μπορεσαν να καταλαβουν αν τελικα εχυσε η κουραστηκε, ωσπου μερικα δευτερολεπτα αργοτερα, με το δονητη ακομα μεσα της ειπε στον Δαντη: «Βγαλτον τωρα. Ειχα τον καλλιτερο οργασμο της ζωης μου»

Εκατσαν ετσι για λιγο αμιλητοι. Αμηχανοι. Τελικα ο Δαντης σηκωθηκε και πηρε τα ποτηρια με το τσιβας. Τα παγακια ειχαν λοιωσει πια, αλλα αυτο δεν ειχε και πολυ σημασια. Αναψε τσιγαρο και προσφερε και στις κοπελλες. Η Εμιλη δεν καπνιζε, αλλα η Μαιρη το πηρε με ευχαριστηση.

Ο Δαντης ξανακατσε στον καναπε. Η Μαιρη στη φλοκατη διπλα του ακουμπωντας την πλατη της στον καναπε και η Εμιλη ξαπλωσε στη φοκατη με το κεφαλι της στην κοιλια της Μαιρης. Κανεις δεν μιλαγε.
Δεν προλαβαν να σβυσουν τα τσιγαρα, οταν η Εμιλη γυρισε μπρουμιτα κι αρχισε να φιλαει απαλα την κοιλια της Μαιρης. Εκεινη εκλεισε τα ματια κι απολαμβανε τα φιλια και την υγρη γλωσσα της Εμιλης στην μελενια σαρκα της. Ο συνδιασμος των χρωμματων των δυο γυναικων ηταν φανταστικος. Μελι-γαλα στην κυριολεξια του! Ανεβηκε για λιγο προς τα πανω και πιπιλισε τις ρωγες της πριν σηκωθει ορθια και φερει το μουνι της στο στομα της Μαιρης η οποια αρχισε να το γλυφει χωρις χρονοτριβη.

Ηταν φανερο οτι οι γκομενες το ειχαν ξαναπαιξει αυτο το εργο. Γεγονος που ειχε ηδη αρχισει να καυλωνει τον Δαντη. Ισα που ειχε προλαβει να ριξει ενα στην Λενα, πριν ακουσουν την πορτα του ασανσερ και τα βηματα στον διαδρομο. Το πως γλυτωσε να πεση μουρη με μουρη με τον πυροσβεστη με τα παντελονια στους αστραγαλους, μονο με θαυμα μπορει να τι δικαιολογησει.
Ο Κοναν ξαναντυθηκε την πολεμικη φορεσια του κι ηταν ετοιμος για την μαχη. Σταθηκε πισω απο την Εμιλη και με τα χερια του χουφτωσε τα μαγευτικα βυζακια της. Δεν μπορουσε να πιστεψει οτι υπαρχει ανθρωπος στη γη με τοση απαλη επιδερμιδα! Μονο με νεογεννητου θα μπορουσες να την συγκρινης!
Το καυλι του αρχισε να τριβεται αναμεσα τα τρυφερα κωλομερια της, την ωρα που την φιλαγε στο λαιμο, στους ωμους και πισω απο τ’ αυτι.
Ξαφνικα γυριζει κι αφου του δινει ενα απο αυτα τα απαλα νωχελικα φιλια στο στομα, τον σπρωχνει ανασκελα στο πατωμα. Αμεσως ερχετε και καθετε στο στομα του κι η γλωσσα του αρχισε να αναζητα την κλειτοριδα της. Ομως δεν ηταν αυτο που γυρευε η Εμιλη. Του εδειξε οτι ηθελε τα χερια του στη μεση της κι οχι στον κωλο της απ΄οπου την βασταγε ο Δαντης. Μετα αρχισε να γαμαει το στομα του. Με απαλες παλλιδρομικες κινησεις, εφερνε το μουνι της μια στη γλωσσα του, μια στη μυτη του, μια στο σαγωνι του.
«Βιτσιο κι αυτο..» σκεφτηκε ο Δαντης, που παντα ηταν ανοιχτος σε ολα.

Η Μαιρη εγλυψε για λιγο το καυλι του να βεβαιωθει οτι ηταν ετοιμο και καθησε πανω του. Αρχισε να ανεβοκατεβαινει στον ιδιο ρυθμο σχεδον με τη Εμιλη. Τα χερια της χαιδευαν ολο το σωμα της Εμιλης και ιδιως χαμηλα στην κοιλια αποφευγοντας συστηματικα να ακουμπισει το μουνι της. Στα υπεροχα βυζακια της σταματαγε καπως παραπανω, πριν ανεβει στον λαιμο, το προσωπο, τα μαλλια και ξανα προς τα κατω.

Τον Δαντη δεν τον ενοιαζε πια να χυσει. Απολαμβανε το θεαμα και δεν ηθελε να τελειωσει ποτε αυτο το παιχνιδι που παιζοταν μπροστα του.
Οι γυναικες δεν αργησαν να επιταχυνουν τον ρυθμο τους. Το καυλι του αντεχε, δεν ειχε προβλημα. Ομως το σαγωνι, η γλωσσα κλπ ειχαν αρχισει να τα παιζουν.
Η Μαιρη ειχε αρχιζει να βογγα και ξεφυσσα και νομιζες πως θα εκραγη. Αυτο δεν εμποδισε την Εμιλη ομως να σηκωθει απο τη μουρη του Δαντη, να την σπρωξει στο πλαι και να παρει τη θεση της. Το σιδερενιο καυλι χωθηκε με μιας μεσα στην πιο τρυφερη, στενη, βελουδενια και υγρη ερωτικη σχισμη που ειχε ποτε γνωρισει.
Αρχισε να ανεβοκατεβαινει με μανια πανω στον ‘μαγικο αυλο’. Η Μαιρη πηγε πισω της, την επιασε απο τις μασχαλες και την βοηθουσε σ’αυτο της το ανεβοκατευασμα. «Σιγουρα το εχουν ξανακανει αυτο» σκεφτηκε ο Δαντης.
Σ’αυτη τη σταση εχυσε σε λιγο η Εμιλη κι αυτη τη φορα ο οργασμος της εγινε λιγουλακι πιο φανερος. Αλλαξαν θεσεις. Μολις η Μαιρη εμπηξε ακομα μια φορα το καυλι του Δαντη στην πλημμυρισμενη ερωτικη φωλια της, η Εμιλη σταθηκε μπροστα της και της προσφερε τα στηθη της. Η Μαιρη τα πηρε στο στομα της ενω με τα χερια της χαϊδευε την πλατη και τον κωλο της Εμιλης. Η Μαιρη δεν μπορουσε να ελεγξει τα βογγητα της κι οταν τελικα εχυσε το δωματιο βουηξε απο την κραυγη. Ευτυχως που το ρετιρε του 5ου ειχε ενα μονο διαμερισμα.
Τελικα εγειρε στο πλαι και αρχισαν να χαϊδευονται και να χαχανιζουν.

...................................................

(Συνεχιζεται)

Quote    Reply   

#74 [url]

Oct 31 06 11:42 PM

Ο Δαντης, η Μαιρη και... Μερος 2ο


Γυριζοντας σκεφτοταν τι δικαιολογια θα ελεγε στον Νεκταριο. Ομως....
Μπροστα του στεκοταν το ουρι του Παραδεισου που μολις ειχε κατεβει στη γη. «τελικα υπαρχουν Αγγελοι» σκεφτηκε. Το ‘ουρι’ ηταν ξανθο με μακρυα ισια μαλλια, γυρω στο 1.70. Ειχε καταλευκο δερμα, με ομορφα στητα βυζακια και λεπτα πανεμορφα ποδια. Τα ματια της γυαλιζαν στο μισοσκοταδο σαν δυο λιμνουλες ζωοδοχο νερο και τα σαρκωδη χειλη της κολαζαν αγιο. Φοραγε ενα μεταξενιο κατασπρο μπειμπι ντολ που αφηνε πολυ λιγα στην φαντασια σου.
Τον τραβηξε κοντα της και κολλησε τα χειλη της στα δικα του. «Να σου γνωρισω την Εμιλη» ακουσε την Μαιρη να λεει, μα ειχε ηδη χαθει σε ενα παρεξενο κοσμο του ονειρου. Το φιλι της ηταν απαλο, το αντιθετο ακριβως της Μαιρης και η γλωσσα της στριφογυριζε αργα, νωχελικα στο στομα του, εξερευνοντας καθε χιλιοστο. Τα χερια της τον αγαλιασαν τοσο απαλα σαν να επιανε καποια πολυτιμη πορσελανη και προσεχε να μη σπασει.

Τον σπρωξανε απαλα προς τον καναπε με τα απειρα μαξιλαρακια και τα πολυχρωμα μεταξωτα υφασματα που τον δακοσμουσαν.
Η Μαιρη εκατσε διπλα του και η Εμιλη γονατισε μπροστα του. Πηγε κατι να πει μα η Μαιρη τον προλαβε. «Μη ρωτας» του ειπε. «Εισαι εδω γιατι σε θελουμε. Σε χρειαζομαστε» και μ’αυτο αρχισε παλι να τον φιλαει μια στα χειλη, μια στον λαιμο ενω ειχε αρχισει να ξεκουμπωνει αργα-αργα τα κουμπια του πουκαμισου του.
Η Εμιλη του ειχε ηδη βγαλει τα παπουτσια και τις καλτσες και λυνωντας την ζωνη τραβηξε το παντελονι μεχρι που το εβγαλε τελειως και το πεταξε στο πατωμα.
Ο Κοναν δεν ελεγε να ξυπνησει, σοκαρισμενος ακομα απο ολα τουτα τα απροσδοκητα που συνεβαιναν. Τα χερια του Δαντη ανιχνευαν το κορμι της Μαιρης αρχιζοντας απο τα τροφαντα βυζια της με τις τεραστιες και σκληρες ρωγες της. Η Εμιλη του εβγαλε τελικα και το σλιπακι και τωρα μονο το πουκαμισο κρεμμοταν ανοιχτο στους ωμους του.
«Αν τον παρει στο στομα της, πιθανων να τον ξυπνηση» σκεφτηκε ο Δαντης που πρωτη φορα ειχε αμφιβολιες για τον ανδρισμο του.

Η Μαιρη ανεβηκε στον καναπε και αφου εβγαλε το κυλοτακι της, περασε τα ποδια της δεξια-αριστερα του Δαντη. Εβγαλε και το ντεκλιζε και εφερε το μουνι της στο προσωπο του. «Γλυψε με» τον διεταξε. Απλωσε τα χερια την κρατησε απο τα σφιχτα κωλομαγουλα και την τραβηξε προς το μερος του.
Εν τω μεταξυ η Εμιλη παραμερισε τον Κοναν και βαλθηκε να φιλαει και να γλυφει τα αρχιδια του, που αρχισαν σιγα-σιγα να σκληραινουν. Περασε την γλωσσα της στη βαση τους και αρχισε να διεγειρει μια περιοχη που μεχρι εκεινη την στιγμη ηταν αγνωστη στον Δαντη. Ενοιωσε ομως τον Κοναν να ξυπναει απο τον ληθαργο κι αυτο ηταν καλο σημαδι.

Με την αυτοπεποιθηση του αποκαταστημενη, αρχισε να γλυφει το μουνι της Μαιρης. Ηταν ζεστο, ηταν υγρο. «μαλλον που αυτοι οι δονητες τελικα βοηθησαν στα προκαταρκτηκα» σκεφτηκε και βαλθηκε ν’ αποδειξει οτι ακομα κι η γλωσσα του, ηταν καλλιτερα απο δ’αυτα.
Η Μαιρη αρχισε ηδη να βογγα απο ικανοποιηση. Ηταν ηδη φτιαγμενη φαινεται και το παραμικρο θα την εφερνε σε οργασμο και μαλιστα πολυ γρηγορα. Τραβηξε τα κωλομερια της ακομα πιο κοντα στο προσωπο του, τοσο που με δυσκολια μπορουσε να αναπνευση. Ομως οι κραυγες της τον εφτιαχναν τοσο που λιγο τον ενοιαζε. Η Μαιρη του εσπρωξε ακομα λιγο το κφαλι που τωρα ειχε σχεδον χωθει στην μαλακη πλατη του καναπε κι εξειχε μονο οσο χρειαζοταν να συνεχισει το ξωφρενο γλυψιμο.

Η Εμιλη ειχε παρει τελικα τον Κοναν στο στομα της και τον ρουφαγε με βουλημια. Η Μαιρη με το ενα χερι κραταγε τον τοιχο για ισορροποια και με το αλλο ετριβε τις ρωγες της. Τα υγρα της κατεβαιναν σαν χειμαρος στο στομα του Δαντη που καταπινε με δυσκολια ετσι τεντωμενος που ηταν ο λαιμος του.
Ξαφνικα στα βογγητα της Μαιρης προστεθηκε ενας ακομα θορυβος. Ζζζζζζζζζζζζ...! Η Εμιλη μαλλον θα ειχε χωσει καποιον απο τους δονητες στο μουνακι της, τσιμπουκονωντας ταυτοχρονα τον Δαντη.
Η Μαιρη με ενα μουγκρητο ικανοποιησεως εφτασε πρωτη στον οργασμο, μα δεν ξεκολαγε το μουνι της απο το στομα του Δαντη. Ο Δαντης την ακολουθησε χυνωντας στο στομα της Εμιλης. Κοντευε να σκασει χωμενος μεσα στα μαξιλαρια και κατω απο το μουνι της Μαιρης, γι’ αυτο την εσπρωξε απο πανω του.
Η Εμιλη αφησε το καυλι του Δαντη να σταζει στην φλοκατη κι επεσε πισω.
Στηριζοταν ακομα στα ποδια της. Οι γαμπες με τα μπουτια της σχηματιζαν σχεδον ορθη γωνια. Στηριζοταν στο ενα χερι πισω απο την πλατη, ενω με το αλλο κραταγε τον δονητη στο μουνι της. Η μουσικη ειχε πια σταματησει και το μονο που ακουγες ηταν το ζζζ του δονητη. Η Μαιρη γονατισε πισω της και στηριξε το κεφαλι και τους ωμους της Εμιλης στα μπουτια της.
Δεν εβγαινε σχεδον κανενας ηχος απο τα υπεροχα χειλη της. Μονο η ανασα της ακουγοταν βαρεια, λαχανιασμενη.
Ο Δαντης γονατισε μπροστα στα ανοιγμενα ποδια της. Παραμερισε το χερι της και κρατησε εκεινος τον δονητη, μα ταυτοχρονα αρχισε να γλυφει και την κλειτοριδα της. Το ξανθο χνουδι ηταν τοσο απαλο που σχεδον περναγε απαρατηρητο. Επαιζε με τον δονητη. Μια τον εχωνε μεσα, μια τον τραβαγε, μια τον στριφογυριζε. Η γλωσσα μαστιγωνε την κλειτοριδα αλλυπητα.
Ετσι ξαφνικα το σωμα της κατερευσε. Ουτε που μπορεσαν να καταλαβουν αν τελικα εχυσε η κουραστηκε, ωσπου μερικα δευτερολεπτα αργοτερα, με το δονητη ακομα μεσα της ειπε στον Δαντη: «Βγαλτον τωρα. Ειχα τον καλλιτερο οργασμο της ζωης μου»

Εκατσαν ετσι για λιγο αμιλητοι. Αμηχανοι. Τελικα ο Δαντης σηκωθηκε και πηρε τα ποτηρια με το τσιβας. Τα παγακια ειχαν λοιωσει πια, αλλα αυτο δεν ειχε και πολυ σημασια. Αναψε τσιγαρο και προσφερε και στις κοπελλες. Η Εμιλη δεν καπνιζε, αλλα η Μαιρη το πηρε με ευχαριστηση.

Ο Δαντης ξανακατσε στον καναπε. Η Μαιρη στη φλοκατη διπλα του ακουμπωντας την πλατη της στον καναπε και η Εμιλη ξαπλωσε στη φοκατη με το κεφαλι της στην κοιλια της Μαιρης. Κανεις δεν μιλαγε.
Δεν προλαβαν να σβυσουν τα τσιγαρα, οταν η Εμιλη γυρισε μπρουμιτα κι αρχισε να φιλαει απαλα την κοιλια της Μαιρης. Εκεινη εκλεισε τα ματια κι απολαμβανε τα φιλια και την υγρη γλωσσα της Εμιλης στην μελενια σαρκα της. Ο συνδιασμος των χρωμματων των δυο γυναικων ηταν φανταστικος. Μελι-γαλα στην κυριολεξια του! Ανεβηκε για λιγο προς τα πανω και πιπιλισε τις ρωγες της πριν σηκωθει ορθια και φερει το μουνι της στο στομα της Μαιρης η οποια αρχισε να το γλυφει χωρις χρονοτριβη.

Ηταν φανερο οτι οι γκομενες το ειχαν ξαναπαιξει αυτο το εργο. Γεγονος που ειχε ηδη αρχισει να καυλωνει τον Δαντη. Ισα που ειχε προλαβει να ριξει ενα στην Λενα, πριν ακουσουν την πορτα του ασανσερ και τα βηματα στον διαδρομο. Το πως γλυτωσε να πεση μουρη με μουρη με τον πυροσβεστη με τα παντελονια στους αστραγαλους, μονο με θαυμα μπορει να το δικαιολογησει.
Ο Κοναν ξαναντυθηκε την πολεμικη φορεσια του κι ηταν ετοιμος για την μαχη. Σταθηκε πισω απο την Εμιλη και με τα χερια του χουφτωσε τα μαγευτικα βυζακια της. Δεν μπορουσε να πιστεψει οτι υπαρχει ανθρωπος στη γη με τοση απαλη επιδερμιδα! Μονο με νεογεννητου θα μπορουσες να την συγκρινης!
Το καυλι του αρχισε να τριβεται αναμεσα τα τρυφερα κωλομερια της, την ωρα που την φιλαγε στο λαιμο, στους ωμους και πισω απο τ’ αυτι.
Ξαφνικα γυριζει κι αφου του δινει ενα απο αυτα τα απαλα νωχελικα φιλια στο στομα, τον σπρωχνει ανασκελα στο πατωμα. Αμεσως ερχετε και καθετε στο στομα του κι η γλωσσα του αρχισε να αναζητα την κλειτοριδα της. Ομως δεν ηταν αυτο που γυρευε η Εμιλη. Του εδειξε οτι ηθελε τα χερια του στη μεση της κι οχι στον κωλο της απ΄οπου την βασταγε ο Δαντης. Μετα αρχισε να γαμαει το στομα του. Με απαλες παλλιδρομικες κινησεις, εφερνε το μουνι της μια στη γλωσσα του, μια στη μυτη του, μια στο σαγωνι του.
«Βιτσιο κι αυτο..» σκεφτηκε ο Δαντης, που παντα ηταν ανοιχτος σε ολα.

Η Μαιρη εγλυψε για λιγο το καυλι του να βεβαιωθει οτι ηταν ετοιμο και καθησε πανω του. Αρχισε να ανεβοκατεβαινει στον ιδιο ρυθμο σχεδον με τη Εμιλη. Τα χερια της χαιδευαν ολο το σωμα της Εμιλης και ιδιως χαμηλα στην κοιλια αποφευγοντας συστηματικα να ακουμπισει το μουνι της. Στα υπεροχα βυζακια της σταματαγε καπως παραπανω, πριν ανεβει στον λαιμο, το προσωπο, τα μαλλια και ξανα προς τα κατω.

Τον Δαντη δεν τον ενοιαζε πια να χυσει. Απολαμβανε το θεαμα και δεν ηθελε να τελειωσει ποτε αυτο το παιχνιδι που παιζοταν μπροστα του.
Οι γυναικες δεν αργησαν να επιταχυνουν τον ρυθμο τους. Το καυλι του αντεχε, δεν ειχε προβλημα. Ομως το σαγωνι, η γλωσσα κλπ ειχαν αρχισει να τα παιζουν.
Η Μαιρη ειχε αρχιζει να βογγα και ξεφυσσα και νομιζες πως θα εκραγη. Αυτο δεν εμποδισε την Εμιλη ομως να σηκωθει απο τη μουρη του Δαντη, να την σπρωξει στο πλαι και να παρει τη θεση της. Το σιδερενιο καυλι χωθηκε με μιας μεσα στην πιο τρυφερη, στενη, βελουδενια και υγρη ερωτικη σχισμη που ειχε ποτε γνωρισει.
Αρχισε να ανεβοκατεβαινει με μανια πανω στον ‘μαγικο αυλο’. Η Μαιρη πηγε πισω της, την επιασε απο τις μασχαλες και την βοηθουσε σ’αυτο της το ανεβοκατευασμα. «Σιγουρα το εχουν ξανακανει αυτο» σκεφτηκε ο Δαντης.
Σ’αυτη τη σταση εχυσε σε λιγο η Εμιλη κι αυτη τη φορα ο οργασμος της εγινε λιγουλακι πιο φανερος. Αλλαξαν θεσεις. Μολις η Μαιρη εμπηξε ακομα μια φορα το καυλι του Δαντη στην πλημμυρισμενη ερωτικη φωλια της, η Εμιλη σταθηκε μπροστα της και της προσφερε τα στηθη της. Η Μαιρη τα πηρε στο στομα της ενω με τα χερια της χαϊδευε την πλατη και τον κωλο της Εμιλης. Η Μαιρη δεν μπορουσε να ελεγξει τα βογγητα της κι οταν τελικα εχυσε το δωματιο βουηξε απο την κραυγη. Ευτυχως που το ρετιρε του 5ου ειχε ενα μονο διαμερισμα.
Τελικα εγειρε στο πλαι και αρχισαν να χαϊδευονται και να χαχανιζουν.

...................................................

(Συνεχιζεται)

Quote    Reply   

#75 [url]

Nov 4 06 12:19 AM

Ο Δαντης, η Μαιρη και... Μερος 2ο

Γυριζοντας σκεφτοταν τι δικαιολογια θα ελεγε στον Νεκταριο. Ομως....
Μπροστα του στεκοταν το ουρι του Παραδεισου που μολις ειχε κατεβει στη γη. «τελικα υπαρχουν Αγγελοι» σκεφτηκε. Το ‘ουρι’ ηταν ξανθο με μακρυα ισια μαλλια, γυρω στο 1.70. Ειχε καταλευκο δερμα, με ομορφα στητα βυζακια και λεπτα πανεμορφα ποδια. Τα ματια της γυαλιζαν στο μισοσκοταδο σαν δυο λιμνουλες ζωοδοχο νερο και τα σαρκωδη χειλη της κολαζαν αγιο. Φοραγε ενα μεταξενιο κατασπρο μπειμπι ντολ που αφηνε πολυ λιγα στην φαντασια σου.
Τον τραβηξε κοντα της και κολλησε τα χειλη της στα δικα του. «Να σου γνωρισω την Εμιλη» ακουσε την Μαιρη να λεει, μα ειχε ηδη χαθει σε ενα παρεξενο κοσμο του ονειρου. Το φιλι της ηταν απαλο, το αντιθετο ακριβως της Μαιρης και η γλωσσα της στριφογυριζε αργα, νωχελικα στο στομα του, εξερευνοντας καθε χιλιοστο. Τα χερια της τον αγαλιασαν τοσο απαλα σαν να επιανε καποια πολυτιμη πορσελανη και προσεχε να μη σπασει.

Τον σπρωξανε απαλα προς τον καναπε με τα απειρα μαξιλαρακια και τα πολυχρωμα μεταξωτα υφασματα που τον δακοσμουσαν.
Η Μαιρη εκατσε διπλα του και η Εμιλη γονατισε μπροστα του. Πηγε κατι να πει μα η Μαιρη τον προλαβε. «Μη ρωτας» του ειπε. «Εισαι εδω γιατι σε θελουμε. Σε χρειαζομαστε» και μ’αυτο αρχισε παλι να τον φιλαει μια στα χειλη, μια στον λαιμο ενω ειχε αρχισει να ξεκουμπωνει αργα-αργα τα κουμπια του πουκαμισου του.
Η Εμιλη του ειχε ηδη βγαλει τα παπουτσια και τις καλτσες και λυνωντας την ζωνη τραβηξε το παντελονι μεχρι που το εβγαλε τελειως και το πεταξε στο πατωμα.
Ο Κοναν δεν ελεγε να ξυπνησει, σοκαρισμενος ακομα απο ολα τουτα τα απροσδοκητα που συνεβαιναν. Τα χερια του Δαντη ανιχνευαν το κορμι της Μαιρης αρχιζοντας απο τα τροφαντα βυζια της με τις τεραστιες και σκληρες ρωγες της. Η Εμιλη του εβγαλε τελικα και το σλιπακι και τωρα μονο το πουκαμισο κρεμμοταν ανοιχτο στους ωμους του.
«Αν τον παρει στο στομα της, πιθανων να τον ξυπνηση» σκεφτηκε ο Δαντης που πρωτη φορα ειχε αμφιβολιες για τον ανδρισμο του.

Η Μαιρη ανεβηκε στον καναπε και αφου εβγαλε το κυλοτακι της, περασε τα ποδια της δεξια-αριστερα του Δαντη. Εβγαλε και το ντεκλιζε και εφερε το μουνι της στο προσωπο του. «Γλυψε με» τον διεταξε. Απλωσε τα χερια την κρατησε απο τα σφιχτα κωλομαγουλα και την τραβηξε προς το μερος του.
Εν τω μεταξυ η Εμιλη παραμερισε τον Κοναν και βαλθηκε να φιλαει και να γλυφει τα αρχιδια του, που αρχισαν σιγα-σιγα να σκληραινουν. Περασε την γλωσσα της στη βαση τους και αρχισε να διεγειρει μια περιοχη που μεχρι εκεινη την στιγμη ηταν αγνωστη στον Δαντη. Ενοιωσε ομως τον Κοναν να ξυπναει απο τον ληθαργο κι αυτο ηταν καλο σημαδι.

Με την αυτοπεποιθηση του αποκαταστημενη, αρχισε να γλυφει το μουνι της Μαιρης. Ηταν ζεστο, ηταν υγρο. «μαλλον που αυτοι οι δονητες τελικα βοηθησαν στα προκαταρκτηκα» σκεφτηκε και βαλθηκε ν’ αποδειξει οτι ακομα κι η γλωσσα του, ηταν καλλιτερα απο δ’αυτα.
Η Μαιρη αρχισε ηδη να βογγα απο ικανοποιηση. Ηταν ηδη φτιαγμενη φαινεται και το παραμικρο θα την εφερνε σε οργασμο και μαλιστα πολυ γρηγορα. Τραβηξε τα κωλομερια της ακομα πιο κοντα στο προσωπο του, τοσο που με δυσκολια μπορουσε να αναπνευση. Ομως οι κραυγες της τον εφτιαχναν τοσο που λιγο τον ενοιαζε. Η Μαιρη του εσπρωξε ακομα λιγο το κφαλι που τωρα ειχε σχεδον χωθει στην μαλακη πλατη του καναπε κι εξειχε μονο οσο χρειαζοταν να συνεχισει το ξωφρενο γλυψιμο.

Η Εμιλη ειχε παρει τελικα τον Κοναν στο στομα της και τον ρουφαγε με βουλημια. Η Μαιρη με το ενα χερι κραταγε τον τοιχο για ισορροποια και με το αλλο ετριβε τις ρωγες της. Τα υγρα της κατεβαιναν σαν χειμαρος στο στομα του Δαντη που καταπινε με δυσκολια ετσι τεντωμενος που ηταν ο λαιμος του.
Ξαφνικα στα βογγητα της Μαιρης προστεθηκε ενας ακομα θορυβος. Ζζζζζζζζζζζζ...! Η Εμιλη μαλλον θα ειχε χωσει καποιον απο τους δονητες στο μουνακι της, τσιμπουκονωντας ταυτοχρονα τον Δαντη.
Η Μαιρη με ενα μουγκρητο ικανοποιησεως εφτασε πρωτη στον οργασμο, μα δεν ξεκολαγε το μουνι της απο το στομα του Δαντη. Ο Δαντης την ακολουθησε χυνωντας στο στομα της Εμιλης. Κοντευε να σκασει χωμενος μεσα στα μαξιλαρια και κατω απο το μουνι της Μαιρης, γι’ αυτο την εσπρωξε απο πανω του.
Η Εμιλη αφησε το καυλι του Δαντη να σταζει στην φλοκατη κι επεσε πισω.
Στηριζοταν ακομα στα ποδια της. Οι γαμπες με τα μπουτια της σχηματιζαν σχεδον ορθη γωνια. Στηριζοταν στο ενα χερι πισω απο την πλατη, ενω με το αλλο κραταγε τον δονητη στο μουνι της. Η μουσικη ειχε πια σταματησει και το μονο που ακουγες ηταν το ζζζ του δονητη. Η Μαιρη γονατισε πισω της και στηριξε το κεφαλι και τους ωμους της Εμιλης στα μπουτια της.
Δεν εβγαινε σχεδον κανενας ηχος απο τα υπεροχα χειλη της. Μονο η ανασα της ακουγοταν βαρεια, λαχανιασμενη.
Ο Δαντης γονατισε μπροστα στα ανοιγμενα ποδια της. Παραμερισε το χερι της και κρατησε εκεινος τον δονητη, μα ταυτοχρονα αρχισε να γλυφει και την κλειτοριδα της. Το ξανθο χνουδι ηταν τοσο απαλο που σχεδον περναγε απαρατηρητο. Επαιζε με τον δονητη. Μια τον εχωνε μεσα, μια τον τραβαγε, μια τον στριφογυριζε. Η γλωσσα μαστιγωνε την κλειτοριδα αλλυπητα.
Ετσι ξαφνικα το σωμα της κατερευσε. Ουτε που μπορεσαν να καταλαβουν αν τελικα εχυσε η κουραστηκε, ωσπου μερικα δευτερολεπτα αργοτερα, με το δονητη ακομα μεσα της ειπε στον Δαντη: «Βγαλτον τωρα. Ειχα τον καλλιτερο οργασμο της ζωης μου»

Εκατσαν ετσι για λιγο αμιλητοι. Αμηχανοι. Τελικα ο Δαντης σηκωθηκε και πηρε τα ποτηρια με το τσιβας. Τα παγακια ειχαν λοιωσει πια, αλλα αυτο δεν ειχε και πολυ σημασια. Αναψε τσιγαρο και προσφερε και στις κοπελλες. Η Εμιλη δεν καπνιζε, αλλα η Μαιρη το πηρε με ευχαριστηση.

Ο Δαντης ξανακατσε στον καναπε. Η Μαιρη στη φλοκατη διπλα του ακουμπωντας την πλατη της στον καναπε και η Εμιλη ξαπλωσε στη φοκατη με το κεφαλι της στην κοιλια της Μαιρης. Κανεις δεν μιλαγε.
Δεν προλαβαν να σβυσουν τα τσιγαρα, οταν η Εμιλη γυρισε μπρουμιτα κι αρχισε να φιλαει απαλα την κοιλια της Μαιρης. Εκεινη εκλεισε τα ματια κι απολαμβανε τα φιλια και την υγρη γλωσσα της Εμιλης στην μελενια σαρκα της. Ο συνδιασμος των χρωμματων των δυο γυναικων ηταν φανταστικος. Μελι-γαλα στην κυριολεξια του! Ανεβηκε για λιγο προς τα πανω και πιπιλισε τις ρωγες της πριν σηκωθει ορθια και φερει το μουνι της στο στομα της Μαιρης η οποια αρχισε να το γλυφει χωρις χρονοτριβη.

Ηταν φανερο οτι οι γκομενες το ειχαν ξαναπαιξει αυτο το εργο. Γεγονος που ειχε ηδη αρχισει να καυλωνει τον Δαντη. Ισα που ειχε προλαβει να ριξει ενα στην Λενα, πριν ακουσουν την πορτα του ασανσερ και τα βηματα στον διαδρομο. Το πως γλυτωσε να πεση μουρη με μουρη με τον πυροσβεστη με τα παντελονια στους αστραγαλους, μονο με θαυμα μπορει να τι δικαιολογησει.
Ο Κοναν ξαναντυθηκε την πολεμικη φορεσια του κι ηταν ετοιμος για την μαχη. Σταθηκε πισω απο την Εμιλη και με τα χερια του χουφτωσε τα μαγευτικα βυζακια της. Δεν μπορουσε να πιστεψει οτι υπαρχει ανθρωπος στη γη με τοση απαλη επιδερμιδα! Μονο με νεογεννητου θα μπορουσες να την συγκρινης!
Το καυλι του αρχισε να τριβεται αναμεσα τα τρυφερα κωλομερια της, την ωρα που την φιλαγε στο λαιμο, στους ωμους και πισω απο τ’ αυτι.
Ξαφνικα γυριζει κι αφου του δινει ενα απο αυτα τα απαλα νωχελικα φιλια στο στομα, τον σπρωχνει ανασκελα στο πατωμα. Αμεσως ερχετε και καθετε στο στομα του κι η γλωσσα του αρχισε να αναζητα την κλειτοριδα της. Ομως δεν ηταν αυτο που γυρευε η Εμιλη. Του εδειξε οτι ηθελε τα χερια του στη μεση της κι οχι στον κωλο της απ΄οπου την βασταγε ο Δαντης. Μετα αρχισε να γαμαει το στομα του. Με απαλες παλλιδρομικες κινησεις, εφερνε το μουνι της μια στη γλωσσα του, μια στη μυτη του, μια στο σαγωνι του.
«Βιτσιο κι αυτο..» σκεφτηκε ο Δαντης, που παντα ηταν ανοιχτος σε ολα.

Η Μαιρη εγλυψε για λιγο το καυλι του να βεβαιωθει οτι ηταν ετοιμο και καθησε πανω του. Αρχισε να ανεβοκατεβαινει στον ιδιο ρυθμο σχεδον με τη Εμιλη. Τα χερια της χαιδευαν ολο το σωμα της Εμιλης και ιδιως χαμηλα στην κοιλια αποφευγοντας συστηματικα να ακουμπισει το μουνι της. Στα υπεροχα βυζακια της σταματαγε καπως παραπανω, πριν ανεβει στον λαιμο, το προσωπο, τα μαλλια και ξανα προς τα κατω.

Τον Δαντη δεν τον ενοιαζε πια να χυσει. Απολαμβανε το θεαμα και δεν ηθελε να τελειωσει ποτε αυτο το παιχνιδι που παιζοταν μπροστα του.
Οι γυναικες δεν αργησαν να επιταχυνουν τον ρυθμο τους. Το καυλι του αντεχε, δεν ειχε προβλημα. Ομως το σαγωνι, η γλωσσα κλπ ειχαν αρχισει να τα παιζουν.
Η Μαιρη ειχε αρχιζει να βογγα και ξεφυσσα και νομιζες πως θα εκραγη. Αυτο δεν εμποδισε την Εμιλη ομως να σηκωθει απο τη μουρη του Δαντη, να την σπρωξει στο πλαι και να παρει τη θεση της. Το σιδερενιο καυλι χωθηκε με μιας μεσα στην πιο τρυφερη, στενη, βελουδενια και υγρη ερωτικη σχισμη που ειχε ποτε γνωρισει.
Αρχισε να ανεβοκατεβαινει με μανια πανω στον ‘μαγικο αυλο’. Η Μαιρη πηγε πισω της, την επιασε απο τις μασχαλες και την βοηθουσε σ’αυτο της το ανεβοκατευασμα. «Σιγουρα το εχουν ξανακανει αυτο» σκεφτηκε ο Δαντης.
Σ’αυτη τη σταση εχυσε σε λιγο η Εμιλη κι αυτη τη φορα ο οργασμος της εγινε λιγουλακι πιο φανερος. Αλλαξαν θεσεις. Μολις η Μαιρη εμπηξε ακομα μια φορα το καυλι του Δαντη στην πλημμυρισμενη ερωτικη φωλια της, η Εμιλη σταθηκε μπροστα της και της προσφερε τα στηθη της. Η Μαιρη τα πηρε στο στομα της ενω με τα χερια της χαϊδευε την πλατη και τον κωλο της Εμιλης. Η Μαιρη δεν μπορουσε να ελεγξει τα βογγητα της κι οταν τελικα εχυσε το δωματιο βουηξε απο την κραυγη. Ευτυχως που το ρετιρε του 5ου ειχε ενα μονο διαμερισμα.
Τελικα εγειρε στο πλαι και αρχισαν να χαϊδευονται και να χαχανιζουν.


............................................................

(Συνεχιζεται)

Quote    Reply   

#76 [url]

Nov 8 06 9:57 PM

Ο Δαντης, η Μαιρη και... Μερος 3ο

«Συγγνωμη» μιλησε τελικα ο Δαντης. «εμενα θα με αφησετε τελικα ετσι;» ειπε κι εδειξε το καυλι του που τον κοιταγε μ’ενα ματι.
«Ωοο! Συγγνωμη!» Ειπαν και οι δυο. «Σε ποια απο τις δυο μας θελεις να χυσεις καυλιαρη» ρωτησε η Μαιρη. «Στην Εμιλη» ειπε χωρις να το σκεφτει καθολου, γιατι πρωτον ηταν η ενσαρκωση του Αγγελου και 2ον δεν ηταν η γυναικα του αδελφικου φιλου του ξαδερφου του.

Η Εμιλη χωρις κουβεντα πηγε κι εκατσε πανω στο καυλι του κι αρχισε να τον γαμαει ρυθμικα. Τωρα αφησε τον Δαντη να την πιασει απο τα κωλομαγουλα και να επιβαλει τον ρυθμο του, που γινοταν ολο και πιο γρηγορος, ολο και πιο βιαιος. Εσπρωχνε την λεκανη του προς τα πανω σε κατε κατεβασμα της Εμιλης, αυξανοντας την πιεση του καυλιου του στο μουνι της. Οταν τελικα εχυσε, ξεπαταχτηκαν σαν πιδακας τα χυσια του στο μουνι της. Τον αφησε να ηρεμησει λιγο πριν σηκωθει. Σταθηκε ορθια εχωντας την κοιλια του αναμεσα στα ποδια της. Δεν εκανε την παραμικρη κινηση κι ο Δαντης αναρρωτηθηκε τι στο καλο ειχε κατα νου, οταν ενοιωσε την πρωτη σταγονα απο τα χυσια του να πεφτει στην κοιλια του. Ακολουθησε κι αλλη, κι αλλη, κι αλλη. Στο τελος η Εμιλη γυρισε και ειπε στη Μαιρη: «Ειναι η σειρα σου να τα γλυψεις. Εγω πηρα τα πρωτα». Η Μαιρη αφου εγλυψε πρωτα τις λιγες σταγονες πηρε το μαλακο καυλι στο στομα της κι αρχισε να το βυζαινει. Ο Δαντης αποκαμωμμενος εκλεισε τα ματια του.

Δεν ηξερε ποσην ωρα ειχε μεινει κοιμισμενος, μα οταν ανοιξε τα ματια του ειδε τις δυο γυναικες στον καναπε σε σταση 69 να γλυφει η μια την αλλη. Ο γνωστος ηχος των δονητων συνοδευε τα υγρα φιλια τους. Αναψε τσιγαρο και ηπιε μερικες γουλιες απο το τσιβας, απολαμβανοντας το θεαμα.

Δεν ηξερε τι να κανει. Να τις διακοψει και να παρει κι αυτος το μεριδιο του απο την σεξουαλικη ικανοποιηση των δυο γυναικων, ή οχι; Τελικα αποφασισε το δευτερο. Σε τελευταια αναλυση φαινοταν οτι ηξεραν καλα τη δουλεια τους. Φαινοταν οτι μπορει να ηταν και οι δυο παντρεμενες, ομως οι ιδιαιτερες ερωτικες τους περιπτυξεις τους εδινε μεγαλυτερη ικανοποιηση απ’οτι οι αντρες τους. Ετσι απομεινε εκει να τις κοιταει και να παρηγορει τον Κοναν που δεν επερνε μερος στη φαση αυτη.

Τελικα, το βουητο των δονητων εσβυσε το ενα μετα το αλλο και νωχλικα επεσαν στο πατωμα. Μετα απο λιγο η Εμιλη σηκωθηκε πρωτη. Πλησιασε τον Δαντη και τον φιλισε στο στομα. Μα αυτο το φιλι ειχε κατι το διαφορετικο απο τα προοηγουμενα. Δεν ηταν η γευση των ερωτικων χυμων της Μαιρης που κατελαβαν την οσμη και την γευση του. Ηταν σαν να του ελεγε «Αντιο». Το ηξερε. Το ενοιωθε. Την χαϊδεψε για τελευταια φορα. Τα χερια του ανυπομονα ετρεξαν σ’ολο της το σωμα σαν να ηθελε να κρατηση μεσα του την αναμνηση του μια για παντα. Αυτα τα υπεροχα ποδια, αυτο το υπεροχο βελουδενιο κορμι με τα πανενορφα βυζακια και τα σαρκωδη χειλη της, δεν θα τα ξανανοιωθε στα χερια του. Την κοιταξε στα ματια που ηταν ακομα πιο λαμπερα, πιο υγρα. Σηκωθηκε και πηγε προς την κρεββατοκαμαρα, χωρις λεξη.

«Θελεις να με γαμισεις;» τον ρωτησε η Μαιρη. Ηταν ακομα ξαπλωμενη στον καναπε με τα ποδια τελειως ανοιχτα. Οι σταγονες ιδρωτα, ερωτικου χυμου ανακατεμενες με τα υγρα του στοματος της Εμιλης γυαλιζαν κατω απο το αμυδρο φως των λιγοστων κεριων που ειχαν απομεινει να καινε.

Χωρις κουβεντα πηγε προς το μερος της. Εσκυψε να γλυψει εκεινες τις σταγονες, μιας και ηθελε να παρει μαζι του οτι ανηκε στο εξωτικο ουρι του Παραδεισου. Σηκωσε τα ποδια της και τα εφερε στο στηθος του. Η Μαιρη ηταν φανερο οτι δεν ειχε επιθυμια για αλλο οργασμο. Χαρη του εκανε. Το καταλαβε, μα λιγο τον ενοιαζε. Επρεπε να χυσει αλλη μια φορα, να του φυγει εκεινο το πρηξημο αναμεσα στα σκελια.

Μπηκε μεσα της βιαια. Ετσι οπως αυτος ηθελε. Χωρις να νοιαζεται για το τι της αρεσει και τι οχι. Με το κορμι του στηριγμενο στα μπουτια της Μαιρης αρχισε να πηδαει γρηγορα βιαια. Ηθελε να της δωσει να καταλαβει οτι ουτε κι αυτος νοιαζοταν για την παρτυ της. Τα ποδια της πλεον ειχαν ακουμπησει τους ωμους της. Το μουνι της ηταν τελειως εκτεθημενο στις ερωτικες ορεξεις του βαρβαρου, που την γαμουσε χωρις ελεος.

Την ωρα που εχυνε μεσα της, ειχε αρχισει κι εκεινη να καυλωνει, μα ηταν πολυ αργα. Τα ζεστα χυσια του πλημμυρισαν το ηδη υγρο μουνι της, κι αρχισαν ν’αναβλυζουν λεκιαζοντας τα μεταξωτα υφασματα του καναπε.

Σκουπισε το καυλι του στην κοιλια της πριν φορεσει τα ρουχα του. Ηπιε αλλη μια γουλια τσιβας και τραβηξε για την πορτα. Πηγε μαζι του μεχρι κει. Ετσι γυμνη οπως ηταν με τα χυσια να σταζουν στην φλοκατη.

Τον φιλισε καληνυχτα και για τελευταια φορα γευτικε τους γλυκους χυμους της Εμιλης. Δεν χρειαστηκε να του πει ‘μη το πεις πουθενα’. Ηξερε οτι αυτο ηταν δεδομενο. Ουτε ειπε ‘θα τα ξαναπουμε’ γιατι ηξερε οτι θα ηταν ψεμα. Αλλωστε το ειχε δηλωσει καθαρα στην αρχη της βραδυας. Ηταν εκει επειδη τον ηθελαν. Τον χρειαζοντουσαν.

Του εδωσε ομως ενα τεραστιο χαμογελο, που σημαινε οτι εμειναν ικανοποιημενες απο την προσφαρα του και ολες οι ερωτικες επιθυμιες τους για κεινη την βραδυα τουλαχιστον εκπληρωθηκαν.

Παντα θα σας θυμαμαι γλυκειες μου νεραϊδες!


TELOS

Quote    Reply   

#77 [url]

Nov 9 06 9:10 AM

μήπως να έβαζες και κάποιες σαδομαζοχιστικές τάσεις στις ιστορίες σου, κανένα μαστίγιο, καρφιά, κανένα λιωμένο κερί ;
έτσι, να συνάδουν και με το κλίμα που επικρατεί τελευταίως ........

Quote    Reply   

#78 [url]

Nov 10 06 1:11 AM

Δεν ειχαμε τετοια τοτε.

Αλλα παντα ειμαι ανοιχτος σε τυχον αλλαγες, νεες ιδεες και προτιμησεις, μοδα κλπ.

Ποτε δεν ξερεις τι επιφυλασσει το μελλον!

Quote    Reply   

#79 [url]

Dec 17 06 3:05 AM

Εχω καιρο να γραψω εδω....

Ειναι κανεις εδω που νομιζει οτι ηρθε η ωρα ανανεωθει το τοπικ;

Εχω δυο κατα νου. 'Τον Γαμο του Νεκταριου' η το 'Zenith'

Ποια θα προτιμουσατε;

Quote    Reply   

#80 [url]

Dec 28 06 9:48 AM

είναι αυτό το σημείο στο ανέκδοτο που πέφτει η σφαλιάρα και λέει 'αι στο διάολο μας καύλωσες πρωί πρωί'. Xanandu η ιστορία σου με το ταξι μου έφερε πολλές ωραίες αναμνήσεις χεχεχε , παρακαλώ συνε-χύστε. oasigr/thumbsup.gif

Quote    Reply   
Add Reply

Quick Reply

bbcode help